«Πέταξα τη θεία του άντρα μου έξω από το σπίτι μας – Ήταν η ασέβειά της ή το δικό μου λάθος;»
«Δεν καταλαβαίνω πώς αντέχεις να ζεις έτσι, Μαρία. Στο δικό μου σπίτι, τα πάντα ήταν πάντα στην εντέλεια. Εδώ…», είπε η θεία Ειρήνη, κοιτώντας με ένα βλέμμα γεμάτο αποδοκιμασία το τραπεζομάντηλο που μόλις είχα στρώσει. Τα χέρια μου έτρεμαν ελαφρώς καθώς προσπαθούσα να κρατήσω το χαμόγελό μου. Ο άντρας μου, ο Νίκος, καθόταν αμήχανος στην άκρη του τραπεζιού, αποφεύγοντας το βλέμμα μου.
Η Ειρήνη είχε έρθει από τη Γερμανία μετά από είκοσι χρόνια απουσίας. Ήταν η πρώτη φορά που θα έμενε μαζί μας, και ήθελα τόσο πολύ να την κάνω να νιώσει ευπρόσδεκτη. Όμως, από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο σπίτι μας, ένιωσα πως τίποτα δεν ήταν αρκετό για εκείνη. «Στην ηλικία σου, εγώ είχα ήδη δύο παιδιά και δικό μου σπίτι», συνέχισε, ενώ εγώ έσφιγγα τα δόντια μου για να μην απαντήσω.
Το βράδυ, όταν ο Νίκος πήγε να την ξεναγήσει στο δωμάτιό της, εγώ έμεινα στην κουζίνα να μαζεύω τα πιάτα. Τα λόγια της αντηχούσαν στο μυαλό μου. Πάντα είχα ανασφάλειες για το αν είμαι αρκετά καλή σύζυγος και νοικοκυρά – τώρα όμως, αυτές οι ανασφάλειες είχαν γίνει φωνές που με κατηγορούσαν.
Την επόμενη μέρα, η κατάσταση χειροτέρεψε. Η Ειρήνη μπήκε στην κουζίνα ενώ ετοίμαζα καφέ. «Δεν ξέρεις να φτιάχνεις ελληνικό; Στη Γερμανία όλοι οι Έλληνες ξέρουν!», είπε και πήρε την κατσαρόλα από τα χέρια μου. Ένιωσα σαν μικρό παιδί που το μαλώνουν μπροστά σε όλο το σχολείο. Ο Νίκος μπήκε εκείνη τη στιγμή και προσπάθησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα: «Έλα τώρα, θεία, άσε τη Μαρία να μας φτιάξει καφέ όπως ξέρει». Εκείνη τον αγνόησε επιδεικτικά.
Το απόγευμα ήρθε η μητέρα μου για να τη γνωρίσει. Η Ειρήνη δεν έχασε ευκαιρία να σχολιάσει: «Α, εσείς είστε η μητέρα της Μαρίας; Πολύ νέα φαίνεστε για γιαγιά!». Η μαμά χαμογέλασε αμήχανα, αλλά εγώ ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Όταν έφυγε η μητέρα μου, με κοίταξε στα μάτια: «Μαρία, μην αφήνεις κανέναν να σου μιλάει έτσι στο ίδιο σου το σπίτι».
Το βράδυ, όταν ο Νίκος κι εγώ μείναμε μόνοι, του μίλησα για όλα όσα ένιωθα. «Δεν αντέχω άλλο, Νίκο. Με προσβάλλει συνέχεια. Δεν νιώθω άνετα ούτε στο ίδιο μου το σπίτι». Εκείνος αναστέναξε: «Ξέρω πως είναι δύσκολη, αλλά είναι οικογένεια. Θα φύγει σε λίγες μέρες…».
Όμως οι μέρες περνούσαν και η Ειρήνη γινόταν όλο και πιο απαιτητική. Μια μέρα, μπήκε στο δωμάτιό μας χωρίς να χτυπήσει και άρχισε να σχολιάζει τα ρούχα μου: «Αυτά φοράς στον άντρα σου; Στη Γερμανία οι γυναίκες προσέχουν τον εαυτό τους». Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν άντεξα άλλο.
Το ίδιο βράδυ, καθώς καθόμασταν όλοι μαζί στο σαλόνι, η Ειρήνη άρχισε πάλι τα σχόλια: «Νίκο, εσύ ήσουν πάντα το καλύτερο παιδί της οικογένειας. Κρίμα που δεν βρήκες μια γυναίκα αντάξιά σου». Ο Νίκος πάγωσε. Εγώ σηκώθηκα αργά και την κοίταξα στα μάτια.
«Ειρήνη», της είπα με φωνή που έτρεμε από θυμό και λύπη, «νομίζω πως ήρθε η ώρα να φύγετε από το σπίτι μας. Δεν μπορώ άλλο αυτή την ασέβεια». Εκείνη γέλασε ειρωνικά: «Εσύ θα με διώξεις; Στο σπίτι του ανιψιού μου;».
Ο Νίκος σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα μου: «Θεία, σε παρακαλώ… Η Μαρία έχει δίκιο. Δεν μπορείς να συνεχίζεις έτσι». Για πρώτη φορά είδα την Ειρήνη να χάνει την αυτοπεποίθησή της. Μάζεψε τα πράγματά της χωρίς άλλη κουβέντα και έφυγε εκείνο το βράδυ.
Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω της, ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου – αλλά ταυτόχρονα μια ενοχή με κυρίευσε. Ο Νίκος με αγκάλιασε σιωπηλά. Τις επόμενες μέρες επικρατούσε αμηχανία μεταξύ μας. Η μητέρα του Νίκου με πήρε τηλέφωνο: «Μαρία, τι έγινε με την Ειρήνη; Μου είπε ότι τη διώξατε…». Προσπάθησα να εξηγήσω, αλλά ένιωθα πως κανείς δεν θα καταλάβει πραγματικά πώς ένιωθα εκείνες τις μέρες.
Στο χωριό άρχισαν τα σχόλια: «Η Μαρία πέταξε τη θεία έξω!», «Δεν σέβεται τους μεγαλύτερους!». Άλλοι όμως με στήριξαν: «Καλά έκανες! Κανείς δεν έχει δικαίωμα να σε προσβάλλει στο σπίτι σου».
Ακόμα και τώρα, μήνες μετά, αναρωτιέμαι αν έπραξα σωστά ή αν θα έπρεπε να δείξω περισσότερη υπομονή. Μήπως τελικά η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα ή μήπως πρέπει κάποτε να βάζουμε όρια; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;