Μια Εβδομάδα Χωρίς Ύπνο: Πώς Εξαφανίστηκε ο Άντρας μου και Ανατράπηκε η Ζωή μου

«Πού πας, Νίκο;» φώναξα, ενώ η πόρτα έκλεινε με δύναμη πίσω του. Ήταν τρεις τα ξημερώματα, κι εγώ καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού, με τα χέρια να τρέμουν και το μυαλό να γυρίζει σαν τρελό. Η μικρή μας, η Ελένη, κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο – ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Μέσα στη σιωπή άκουσα το κλάμα της. Σηκώθηκα μηχανικά, σχεδόν χωρίς να καταλαβαίνω τι κάνω.

«Μαμά; Πού είναι ο μπαμπάς;» ψιθύρισε η Ελένη, τρίβοντας τα μάτια της. Τι να της πω; Ότι ο μπαμπάς της έφυγε μέσα στη νύχτα, αφήνοντάς μας μόνες; Ότι δεν ξέρω αν θα γυρίσει ποτέ;

Την πήρα αγκαλιά και της χάιδεψα τα μαλλιά. «Ο μπαμπάς πήγε μια βόλτα, αγάπη μου. Θα γυρίσει.» Το ψέμα βγήκε εύκολα από τα χείλη μου, αλλά μέσα μου ένιωθα να διαλύομαι.

Από εκείνο το βράδυ, ο ύπνος έγινε πολυτέλεια. Κάθε ήχος στο διάδρομο με έκανε να πετάγομαι. Κάθε μήνυμα στο κινητό με γέμιζε ελπίδα – και μετά απογοήτευση. Η μάνα μου ήρθε από το Περιστέρι μόλις έμαθε τι έγινε.

«Σου τα έλεγα εγώ για τον Νίκο,» είπε με εκείνο το γνώριμο ύφος που μισούσα και αγαπούσα μαζί. «Δεν άντεχε την πίεση. Τον έσπασες κι εσύ με τα νεύρα σου.»

«Μαμά, σε παρακαλώ…» προσπάθησα να κρατήσω τη φωνή μου χαμηλή για να μην ακούσει η μικρή.

«Τι σε παρακαλώ; Εγώ φταίω που σου έλεγα να μην τον πιέζεις; Πού είναι τώρα ο άντρας σου;»

Ένιωθα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Δεν ήθελα να μαλώσω, αλλά δεν άντεχα άλλο να ακούω ότι εγώ φταίω για όλα. Ο Νίκος είχε αλλάξει τους τελευταίους μήνες. Έλειπε ώρες στη δουλειά, γύριζε αργά, μιλούσε λίγο. Κάθε φορά που προσπαθούσα να του μιλήσω για τα προβλήματα μας, έκλεινε τον εαυτό του.

«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή,» είχε πει ένα βράδυ, όταν η Ελένη είχε ήδη κοιμηθεί. «Όλα είναι βάρος. Η δουλειά, το σπίτι, τα λεφτά…»

«Κι εγώ τι να πω; Νομίζεις ότι εμένα δεν με βαραίνει τίποτα;» του είχα απαντήσει τότε. «Εγώ δεν έχω δικαίωμα να κουραστώ;»

Εκείνος σηκώθηκε από το τραπέζι χωρίς άλλη κουβέντα. Από εκείνο το βράδυ, κάτι είχε σπάσει ανάμεσά μας. Κι εγώ έμεινα να μαζεύω τα κομμάτια.

Η μάνα μου έμεινε μαζί μας εκείνη την εβδομάδα. Κάθε μέρα ερχόταν και κάποιος συγγενής – η θεία Κατερίνα με τις ατελείωτες συμβουλές της, ο θείος Μανώλης που ρωτούσε αν πήγα στην αστυνομία.

«Πήγες να δηλώσεις εξαφάνιση;»

«Ναι, πήγα,» απάντησα ψέματα. Στην πραγματικότητα φοβόμουν να το κάνω. Τι θα έλεγαν οι γείτονες; Στην πολυκατοικία όλοι ξέρουν τα πάντα.

Τα βράδια καθόμουν στην κουζίνα με ένα φλιτζάνι καφέ – τέταρτος για σήμερα – και κοίταζα το κινητό. Μήπως στείλει μήνυμα. Μήπως χτυπήσει το τηλέφωνο και ακούσω τη φωνή του.

Η Ελένη άρχισε να ρωτάει πιο συχνά για τον πατέρα της. Έβλεπα στα μάτια της τον φόβο και την απορία.

«Μαμά, μήπως ο μπαμπάς δεν μας αγαπάει πια;»

Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Τι να της πω; Ότι ίσως να μην αντέχει άλλο τη ζωή μαζί μας; Ότι ίσως να ήθελε να φύγει εδώ και καιρό;

Το σπίτι γέμισε σιωπή και βαριά ατμόσφαιρα. Η μάνα μου προσπαθούσε να βοηθήσει, αλλά κάθε της κουβέντα ήταν σαν καρφί στο μυαλό μου.

«Να δεις που θα γυρίσει,» έλεγε πότε-πότε. «Αλλά εσύ πρέπει να αλλάξεις.»

Άλλαξα; Δεν ξέρω αν άλλαξα ή αν απλώς έμαθα να ζω με τον πόνο.

Την τέταρτη μέρα χωρίς ύπνο, χτύπησε το κουδούνι. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Άνοιξα την πόρτα τρέμοντας – ήταν ο πατέρας μου.

«Έλα, παιδί μου,» είπε και με αγκάλιασε σφιχτά. Δεν μιλούσε πολύ ο πατέρας μου, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν χρειαζόταν λόγια.

«Θα τον βρούμε,» είπε χαμηλόφωνα.

Το ίδιο βράδυ αποφάσισα να πάω στην αστυνομία. Ο αστυνόμος Παπαδόπουλος με κοίταξε με κατανόηση.

«Συμβαίνουν αυτά,» είπε ήρεμα. «Πολλοί άντρες φεύγουν όταν νιώθουν πίεση.»

«Και οι γυναίκες τι κάνουν;» τον ρώτησα πικρά.

Με κοίταξε χωρίς απάντηση.

Οι μέρες περνούσαν αργά. Οι φίλες μου έστελναν μηνύματα συμπαράστασης – άλλες ειλικρινείς, άλλες από περιέργεια.

Η Ελένη άρχισε να έχει εφιάλτες. Ξυπνούσε μέσα στη νύχτα και έτρεχε στο κρεβάτι μου.

«Μη φύγεις κι εσύ, μαμά.»

Την κρατούσα σφιχτά και υποσχόμουν πως δεν θα φύγω ποτέ.

Στο μεταξύ, η μάνα μου συνέχιζε το ίδιο τροπάριο.

«Να δεις που θα βρεθεί με καμιά άλλη,» είπε μια μέρα χωρίς ντροπή.

«Μαμά! Σταμάτα!» φώναξα τόσο δυνατά που τρόμαξε η μικρή.

Εκείνη τη νύχτα έκλαψα όσο είχα χρόνια να κλάψω. Θυμήθηκα τα πρώτα χρόνια με τον Νίκο – τις βόλτες στο Θησείο, τις Κυριακές στη λαϊκή αγορά, τα γέλια μας όταν πρωτοήρθε η Ελένη στον κόσμο.

Πότε χάθηκαν όλα αυτά;

Την έκτη μέρα χωρίς ύπνο, ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό: «Συγγνώμη. Δεν μπορώ άλλο.» Τίποτα άλλο. Ούτε πού είναι, ούτε αν θα γυρίσει.

Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη σαν χαμένη. Η μάνα μου μπήκε στην κουζίνα.

«Τι έγινε;»

Της έδειξα το μήνυμα χωρίς λέξη.

«Σου είπα εγώ…» ξεκίνησε πάλι, αλλά δεν την άφησα να συνεχίσει.

«Φτάνει! Δεν θέλω άλλο! Δεν φταίω μόνο εγώ!» φώναξα μέσα στα δάκρυα μου.

Η μικρή ήρθε τρέχοντας και με αγκάλιασε σφιχτά.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως ό,τι κι αν γίνει, πρέπει να σταθώ στα πόδια μου για εκείνη. Για μένα ίσως όχι – αλλά για την Ελένη ναι.

Η εβδομάδα πέρασε σαν αιώνας. Ο Νίκος δεν γύρισε ποτέ – ούτε έστειλε ξανά μήνυμα. Οι συγγενείς σταμάτησαν σιγά-σιγά να έρχονται. Η μάνα μου γύρισε στο Περιστέρι αφήνοντας πίσω συμβουλές και επικρίσεις.

Έμεινα μόνες μας – εγώ κι η Ελένη – σε ένα σπίτι που κάποτε ήταν γεμάτο ζωή κι αγάπη και τώρα ήταν γεμάτο σκιές και αναμνήσεις.

Κάθε βράδυ κοιτάζω το ταβάνι και αναρωτιέμαι: Πότε χάσαμε ο ένας τον άλλον; Θα μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικά; Ή μήπως τελικά όλοι είμαστε μόνοι μας σε αυτή τη ζωή;

Εσείς τι πιστεύετε; Είναι πάντα κάποιος φταίχτης όταν διαλύεται μια οικογένεια ή απλώς έτσι είναι η ζωή;