Γύρισε μετά από έξι μήνες και μου είπε: «Δεν ήταν αγάπη, ήταν φυγή από εσένα» – Η ιστορία μου
«Γύρισες;» Η φωνή μου έτρεμε, κι ας προσπαθούσα να την κρατήσω σταθερή. Ο Νίκος στεκόταν στην πόρτα του διαμερίσματος, με τη βαλίτσα στο χέρι, όπως ακριβώς όταν έφυγε. Μόνο που τότε δεν γύρισε να με κοιτάξει. Τώρα όμως με κοίταζε βαθιά, σαν να έψαχνε κάτι μέσα μου που είχε χαθεί.
«Δεν ήταν αγάπη, Μαρία. Ήταν φυγή από εσένα.»
Τα λόγια του έπεσαν πάνω μου σαν βροχή που δεν περίμενες. Δεν φώναξα. Δεν έσπασα τίποτα. Απλώς στάθηκα εκεί, με τα χέρια σφιγμένα στο τραπέζι της κουζίνας, προσπαθώντας να καταλάβω πότε ακριβώς χάσαμε ο ένας τον άλλον.
Η Αθήνα έξω βούιζε, όπως κάθε βράδυ. Τα φώτα των αυτοκινήτων περνούσαν κάτω από το παράθυρο, κι εγώ σκεφτόμουν πώς φτάσαμε ως εδώ. Πριν έξι μήνες, ο Νίκος μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε χωρίς εξηγήσεις. Η μάνα μου ήρθε την επόμενη μέρα με ταπεράκια και συμβουλές: «Μην τον κυνηγάς, παιδί μου. Οι άντρες έτσι είναι. Θα γυρίσει αν θέλει.»
Δεν ήξερε τίποτα. Ούτε για τις φωνές μας τα βράδια, ούτε για τα όνειρα που θρυμματίζονταν κάθε φορά που προσπαθούσαμε να μιλήσουμε για το μέλλον. Ο Νίκος ήθελε να φύγουμε από την Ελλάδα. Εγώ δεν μπορούσα να αφήσω τη δουλειά μου στο νοσοκομείο και τη μάνα μου μόνη της. Εκείνος έλεγε πως πνίγεται εδώ, πως η κρίση μας έχει καταστρέψει όλους.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη μιζέρια!» φώναζε ένα βράδυ του Μαρτίου, όταν το ρεύμα κόπηκε για τρίτη φορά μέσα στον μήνα.
«Και τι θες να κάνω; Να τα παρατήσω όλα;» του απάντησα τότε, με δάκρυα στα μάτια.
«Ναι! Να φύγουμε μαζί! Να ζήσουμε αλλού!»
Δεν μπορούσα. Δεν ήθελα να αφήσω τη μάνα μου, τον πατέρα μου που είχε πεθάνει πριν δύο χρόνια και το σπίτι μας στην Κυψέλη που μύριζε ακόμα βασιλικό και καφέ τα πρωινά.
Έτσι έφυγε ο Νίκος. Και τώρα γύρισε.
«Πού ήσουν;» τον ρώτησα τελικά, σπάζοντας τη σιωπή.
«Στη Θεσσαλονίκη. Δούλεψα λίγο σε ένα μπαρ, μετά σε μια αποθήκη. Δεν βρήκα αυτό που έψαχνα.»
«Και τι ψάχνεις;»
Σήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω πια.»
Η μάνα μου μπήκε ξαφνικά στο σπίτι χωρίς να χτυπήσει – όπως πάντα. Μόλις τον είδε, σταυροκοπήθηκε.
«Γύρισες; Είδες που σου έλεγα, Μαρία; Οι άντρες πάντα γυρίζουν.»
Ο Νίκος χαμογέλασε αμήχανα. Εγώ ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
Το βράδυ εκείνο δεν κοιμήθηκα καθόλου. Ο Νίκος κοιμόταν στον καναπέ, εγώ στο κρεβάτι μας – που τώρα έμοιαζε πιο άδειο από ποτέ. Σκεφτόμουν όλα όσα είχαμε πει και όσα δεν είχαμε τολμήσει να πούμε ποτέ.
Το πρωί πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Οι συνάδελφοι με ρώτησαν αν είμαι καλά – είχα μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και τα χέρια μου έτρεμαν όταν έβαζα τον καφέ στο ποτήρι.
Το απόγευμα γύρισα σπίτι και τον βρήκα να κάθεται με τη μάνα μου στην κουζίνα. Έπιναν καφέ και γελούσαν με κάτι παλιές ιστορίες από το χωριό.
«Μαρία, ο Νίκος λέει να πάτε μια βόλτα στη θάλασσα το Σαββατοκύριακο», είπε η μάνα μου με χαρά.
Τον κοίταξα. «Θέλεις πραγματικά;»
«Δεν ξέρω τι θέλω», είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά θέλω να προσπαθήσω.»
Πήγαμε στη θάλασσα το Σάββατο. Καθίσαμε στην άκρη της παραλίας στη Βουλιαγμένη, κοιτώντας τα κύματα.
«Θυμάσαι τότε που λέγαμε ότι θα παντρευτούμε εδώ;» του είπα.
Χαμογέλασε πικρά. «Όλα αλλάζουν, Μαρία.»
«Εσύ άλλαξες ή εγώ;»
Δεν απάντησε. Μόνο κοίταξε μακριά.
Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε να ζήσουμε σαν ζευγάρι ξανά. Αλλά τίποτα δεν ήταν ίδιο. Οι σιωπές μας ήταν πιο βαριές από τις κουβέντες μας. Η μάνα μου έκανε πως δεν βλέπει τίποτα – αλλά κάθε βράδυ άκουγα να προσεύχεται στο εικονοστάσι για εμάς.
Ένα βράδυ ο Νίκος γύρισε αργά και με βρήκε να κλαίω στην κουζίνα.
«Δεν μπορώ άλλο», του είπα.
«Ούτε εγώ», απάντησε ήρεμα.
«Γιατί γύρισες τότε;»
Με κοίταξε στα μάτια – αυτή τη φορά χωρίς θυμό ή ενοχή.
«Ήθελα να δω αν υπάρχει κάτι ακόμα εδώ για μένα. Αλλά δεν υπάρχει, Μαρία. Δεν φταις εσύ. Ούτε εγώ.»
Την επόμενη μέρα μάζεψε ξανά τα πράγματά του και έφυγε – αυτή τη φορά χωρίς βαλίτσα, μόνο με ένα σακίδιο στην πλάτη.
Η μάνα μου έκλαψε μαζί μου εκείνο το βράδυ. «Όλα περνάνε, παιδί μου», είπε τελικά. «Η ζωή συνεχίζεται.»
Τώρα κάθομαι μόνη στο διαμέρισμα της Κυψέλης και σκέφτομαι όλα όσα έγιναν. Ήταν αγάπη ή απλώς φόβος για τη μοναξιά; Μπορεί κάποιος να επιστρέψει πραγματικά όταν έχει ήδη φύγει μέσα του;
Εσείς τι θα κάνατε αν γυρνούσε κάποιος στη ζωή σας μόνο και μόνο για να σας πει ότι δεν ήταν αγάπη;