Η Νικολέτα ποτέ δεν ήθελε παιδιά. Τώρα με παρακαλάει για βοήθεια κι εγώ δεν ξέρω αν μπορώ να της δώσω αυτό που ζητάει
«Μάνα, δεν μπορώ μόνη μου. Σε παρακαλώ…»
Η φωνή της Νικολέτας έτρεμε στο τηλέφωνο. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, κι εγώ καθόμουν στην κουζίνα με το φως χαμηλωμένο, προσπαθώντας να βρω λίγη ησυχία μετά από μια δύσκολη μέρα. Δεν περίμενα αυτό το τηλεφώνημα. Η καρδιά μου σφίχτηκε αμέσως, σαν να ήξερα πως κάτι μεγάλο ερχόταν.
«Τι έγινε, παιδί μου;» ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.
«Είμαι έγκυος», ψιθύρισε. «Και δεν ξέρω τι να κάνω…»
Για μια στιγμή, ο χρόνος σταμάτησε. Η Νικολέτα, το κορίτσι που από τα δεκαπέντε της έλεγε σε όλους ότι δεν θέλει παιδιά, ότι η ζωή της είναι αλλού, ότι δεν αντέχει την ιδέα της μητρότητας. Πόσες φορές είχαμε τσακωθεί γι’ αυτό; Πόσες φορές είχε φωνάξει στον πατέρα της πως «δεν θα γίνει ποτέ σαν εμένα»; Κι εγώ, πάντα με το παράπονο μέσα μου, να ελπίζω πως κάποια μέρα θα αλλάξει γνώμη.
«Νικολέτα…» ψέλλισα. Δεν ήξερα τι να πω. Ένιωθα ταυτόχρονα θυμό και αγωνία, φόβο και μια παράξενη χαρά που με τρόμαζε.
«Δεν το ήθελα… Δεν ξέρω πώς έγινε… Ο Πέτρος δεν θέλει να το κρατήσουμε. Εγώ… Δεν ξέρω τι θέλω. Αλλά φοβάμαι. Μάνα, φοβάμαι τόσο πολύ…»
Έκλαιγε. Η κόρη μου, που πάντα έδειχνε τόσο δυνατή, τόσο ανεξάρτητη, τώρα ήταν ένα μικρό κορίτσι που ζητούσε τη μαμά του.
«Θα έρθω αύριο», της είπα. «Θα τα πούμε από κοντά.»
Όλη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Σκεφτόμουν τα πάντα: τα λόγια που είχαμε ανταλλάξει στο παρελθόν, τις φορές που την είχα πιέσει να κάνει «το σωστό», όπως το έβλεπα εγώ. Θυμήθηκα τη μέρα που μου είπε πρώτη φορά πως δεν θέλει παιδιά – ήμασταν στο μπαλκόνι, είχε μόλις τελειώσει το πανεπιστήμιο και εγώ της μιλούσα για το μέλλον της. «Μάνα, δεν είμαι φτιαγμένη για μωρά και πάνες», μου είχε πει. «Θέλω να ταξιδέψω, να ζήσω.»
Τότε θύμωσα. Της είπα πως είναι εγωίστρια, πως θα το μετανιώσει. Εκείνη έκλεισε την πόρτα με δύναμη και δεν μου μίλησε για μέρες.
Το επόμενο πρωί πήγα στο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη. Με υποδέχτηκε με μάτια πρησμένα από το κλάμα. Ο Πέτρος είχε φύγει για δουλειά – ή ίσως απλώς ήθελε να αποφύγει τη συζήτηση.
«Θες καφέ;» τη ρώτησα μηχανικά.
«Όχι… Δεν μπορώ να πιω τίποτα.» Κάθισε απέναντί μου στο τραπέζι και άρχισε να παίζει νευρικά με τα δάχτυλά της.
«Τι σκέφτεσαι;» τη ρώτησα.
«Δεν ξέρω… Είμαι χαμένη. Ο Πέτρος λέει πως αν το κρατήσω θα φύγει. Δεν νιώθω έτοιμη να γίνω μάνα, αλλά… Δεν μπορώ να το σκοτώσω, μάνα! Δεν μπορώ!»
Έβαλε τα κλάματα ξανά. Την αγκάλιασα σφιχτά, όπως όταν ήταν μικρή και φοβόταν το σκοτάδι.
«Νικολέτα μου… Ό,τι κι αν αποφασίσεις, θα είμαι δίπλα σου», της είπα με όση σιγουριά μπορούσα να βρω μέσα μου.
Αλλά μέσα μου δεν ήμουν σίγουρη για τίποτα. Ένιωθα θυμό για τον Πέτρο – πώς μπορούσε να την αφήσει έτσι; Ένιωθα και θυμό για την ίδια – γιατί τόσα χρόνια αρνιόταν αυτό που για μένα ήταν αυτονόητο; Και πάνω απ’ όλα ένιωθα φόβο: μήπως δεν ήμουν αρκετά δυνατή για να τη στηρίξω τώρα που με χρειαζόταν πραγματικά.
Τις επόμενες μέρες όλα άλλαξαν στο σπίτι μας. Ο άντρας μου, ο Σταύρος, όταν του το είπα, αντέδρασε ψυχρά:
«Ας πρόσεχε! Όποιος σπέρνει ανέμους θερίζει θύελλες», είπε και βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Η Νικολέτα έκλαιγε κάθε βράδυ στο τηλέφωνο. Ο Πέτρος όλο και απομακρυνόταν – άρχισε να κοιμάται στον καναπέ, να λείπει ώρες από το σπίτι. Η μητέρα του Πέτρου της είπε κατάμουτρα πως «δεν είναι γυναίκα για οικογένεια». Η Νικολέτα ένιωθε μόνη απέναντι σε όλους.
Μια μέρα γύρισε σπίτι μου με μια βαλίτσα στο χέρι.
«Δεν αντέχω άλλο εκεί», είπε απλά και κάθισε στον καναπέ σαν χαμένη.
Την κοίταξα – ήταν τόσο αδύνατη, τόσο κουρασμένη. Θυμήθηκα τον εαυτό μου όταν ήμουν έγκυος στην ίδια ηλικία: τότε όλα φαίνονταν πιο απλά, αλλά ίσως ήταν απλώς η άγνοια της νιότης.
«Θα μείνεις εδώ όσο χρειαστεί», της είπα.
Οι μέρες περνούσαν αργά. Η Νικολέτα πήγαινε στη δουλειά της σαν ρομπότ – δούλευε σε μια διαφημιστική εταιρεία στο κέντρο της Αθήνας, αλλά τίποτα πια δεν είχε σημασία γι’ αυτήν. Τα βράδια καθόμασταν μαζί στην κουζίνα και μιλούσαμε για τα πάντα – εκτός από το μωρό.
Μια νύχτα όμως ξέσπασε:
«Μάνα, αν το κρατήσω… Θα με βοηθήσεις; Θα μπορείς;»
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου. Ήξερα τι σήμαινε αυτό: θα έπρεπε να γίνω ξανά μάνα – αυτή τη φορά και για το παιδί της κόρης μου. Θα έπρεπε να αφήσω πίσω τα δικά μου όνειρα για μια ήσυχη σύνταξη στο χωριό μας στην Εύβοια. Θα έπρεπε να αντέξω τα σχόλια των συγγενών – «η κόρη σου ανύπαντρη μάνα», «πού πήγε στραβά η ανατροφή;»
«Θα σε βοηθήσω όσο μπορώ», της είπα τελικά. «Αλλά πρέπει να είσαι σίγουρη γι’ αυτό που θες.»
Με κοίταξε στα μάτια – πρώτη φορά μετά από καιρό είδα εκείνο το πείσμα που πάντα θαύμαζα σ’ αυτήν.
«Δεν ξέρω αν θα γίνω καλή μάνα», είπε σιγανά.
«Καμία μας δεν ξέρει», της απάντησα. «Όλες φοβόμαστε.»
Τις επόμενες εβδομάδες άρχισε σιγά-σιγά να δέχεται την ιδέα του μωρού. Πήγαμε μαζί στον γιατρό, διαλέξαμε ρουχαλάκια, διαβάσαμε βιβλία για νέες μαμάδες. Ο Πέτρος εξαφανίστηκε τελείως – ούτε ένα τηλεφώνημα, ούτε ένα μήνυμα.
Η Νικολέτα άρχισε να θυμώνει μαζί του – αλλά και με τον εαυτό της.
«Ίσως τελικά είχα δίκιο που δεν ήθελα παιδιά», είπε ένα βράδυ κλαίγοντας στην αγκαλιά μου. «Ίσως δεν είμαι φτιαγμένη γι’ αυτό.»
Της χάιδεψα τα μαλλιά όπως όταν ήταν μικρή.
«Κανείς δεν είναι έτοιμος», της είπα. «Αλλά όταν έρθει η ώρα, βρίσκεις τη δύναμη.»
Όταν γεννήθηκε η μικρή Μαρία – ναι, έτσι την ονόμασε τελικά – όλα άλλαξαν ξανά. Η Νικολέτα έκλαιγε από χαρά και φόβο μαζί. Εγώ ένιωθα περήφανη αλλά και εξαντλημένη – οι νύχτες χωρίς ύπνο επέστρεψαν στη ζωή μου μετά από τριάντα χρόνια.
Ο Σταύρος μαλάκωσε όταν κράτησε τη μικρή στην αγκαλιά του – «είναι αίμα μας», είπε συγκινημένος.
Οι συγγενείς σχολίαζαν ακόμα πίσω από την πλάτη μας – αλλά τώρα δεν με ένοιαζε πια.
Η Νικολέτα παλεύει κάθε μέρα: με την κούραση, την ανασφάλεια, τις τύψεις για όσα είπε παλιά. Κι εγώ παλεύω μαζί της: να μην την κρίνω, να μην ξεχνάω πως κάθε γενιά έχει τους δικούς της φόβους και τα δικά της όνειρα.
Σήμερα η μικρή Μαρία γελάει στην αγκαλιά της μαμάς της κι εγώ αναρωτιέμαι: Μήπως τελικά η αγάπη είναι πιο δυνατή από τις αποφάσεις μας; Μήπως όλες οι μάνες φοβούνται ότι δεν είναι αρκετές; Εσείς τι λέτε;