«Μάνα, δεν θα έρθω φέτος το Πάσχα…» – Μια ιστορία μοναξιάς, ελπίδας και οικογενειακών απογοητεύσεων στην Αθήνα
«Μάνα, δεν θα έρθω φέτος το Πάσχα…»
Η φωνή της Μαρίας ακούγεται σπασμένη από την άλλη άκρη της γραμμής. Κρατάω το ακουστικό σφιχτά, σαν να φοβάμαι πως αν το αφήσω, θα χαθεί κι αυτή η ελάχιστη επαφή που μας ενώνει. «Καταλαβαίνω, παιδί μου», ψιθυρίζω, μα μέσα μου βράζω. Δεν καταλαβαίνω. Δεν θέλω να καταλάβω. Θέλω να ουρλιάξω: «Γιατί πάλι; Γιατί πάντα κάτι προκύπτει;»
Κλείνω το τηλέφωνο και το βλέμμα μου πέφτει στο τραπέζι της κουζίνας. Έχω ήδη αγοράσει τα αυγά για το βάψιμο, έχω βάλει στην άκρη το καλό τραπεζομάντηλο, έχω φτιάξει λίγη μαγειρίτσα για να μυρίσει το σπίτι όπως τότε που ήταν μικρά. Τότε που γελούσαν και τσακώνονταν για το ποιος θα πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι τσουρέκι.
Σηκώνομαι αργά και πηγαίνω στο παράθυρο. Ο ήλιος πέφτει πάνω στις πολυκατοικίες των Πατησίων, τα αυτοκίνητα κορνάρουν, μια γειτόνισσα φωνάζει στο παιδί της να μην τρέχει στο δρόμο. Κάποτε κι εγώ έτσι φώναζα. Τώρα, μόνο η σιωπή απλώνεται στο διαμέρισμα.
Ο Γιώργος, ο μεγάλος μου γιος, μένει στη Θεσσαλονίκη. Έχει τη δική του οικογένεια πια. Η γυναίκα του, η Κατερίνα, ποτέ δεν με συμπάθησε ιδιαίτερα. Το καταλάβαινα από τα βλέμματα, τις σιωπές στα οικογενειακά τραπέζια. Πάντα κάτι είχε να πει για το φαγητό μου, για τον τρόπο που μεγάλωσα τα παιδιά μου. Ο Γιώργος απομακρύνθηκε σιγά-σιγά. Τώρα μιλάμε μόνο για τα τυπικά: «Καλά είσαι; Τα παιδιά; Η δουλειά;»
Η Μαρία, η μεσαία μου, δουλεύει ατελείωτες ώρες σε μια διαφημιστική στο Κολωνάκι. Πάντα ήθελε να ξεφύγει από τη γειτονιά μας, να ζήσει κάτι καλύτερο. Της έλεγα να προσέχει, να μην αφήνει τους ανθρώπους να την εκμεταλλεύονται. Εκείνη θύμωνε: «Μάνα, δεν είμαι πια παιδί!» Τώρα, κάθε φορά που μιλάμε, νιώθω πως βιάζεται να κλείσει το τηλέφωνο.
Ο μικρός μου, ο Νίκος… Αυτός ήταν πάντα ο πιο ευαίσθητος. Μεγάλωσε με τα παραμύθια μου, με τα τραγούδια που του έλεγα τα βράδια. Όμως κι αυτός έφυγε νωρίς για σπουδές στην Πάτρα και μετά βρήκε δουλειά εκεί. Μου λέει πως θα έρθει όταν μπορέσει. Πάντα κάτι τον κρατάει μακριά.
Το σπίτι μου είναι γεμάτο φωτογραφίες τους: από τα πρώτα τους βήματα, τις γιορτές στο σχολείο, τα καλοκαίρια στη Χαλκιδική. Κοιτάζω τα πρόσωπά τους και αναρωτιέμαι πού πήγε όλη αυτή η αγάπη που μας ένωνε κάποτε.
Ένα βράδυ, χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η Μαρία.
– Μάνα, είσαι καλά;
– Καλά είμαι, παιδί μου… Εσύ;
– Τρέχω συνέχεια… Δεν προλαβαίνω ούτε να φάω.
– Να προσέχεις τον εαυτό σου, Μαράκι μου.
– Θα προσπαθήσω… Μάνα;
– Ναι;
– Μην με περιμένεις φέτος το Πάσχα… Έχω πολλή δουλειά.
Η φωνή της τρέμει λίγο. Θέλω να της πω πως μου λείπει, πως το σπίτι είναι άδειο χωρίς εκείνη. Αλλά δεν λέω τίποτα. Δεν θέλω να την κάνω να νιώσει τύψεις.
Την επόμενη μέρα πάω στη λαϊκή αγορά. Οι πάγκοι γεμάτοι χρώματα και μυρωδιές: ντομάτες κατακόκκινες, αγκινάρες φρέσκες, γιασεμιά σε μικρά γλαστράκια. Οι γυναίκες κουβαλούν σακούλες γεμάτες, μιλούν δυνατά για τις τιμές και τα παιδιά τους που δεν τρώνε λαχανικά. Σκέφτομαι πόσο μου λείπει να μαγειρεύω για κάποιον άλλο εκτός από μένα.
Στο σπίτι με περιμένει η σιωπή. Ανοίγω την τηλεόραση για παρέα. Στις ειδήσεις μιλούν για ακρίβεια, για ανεργία, για νέους που φεύγουν στο εξωτερικό. Θυμώνω με τον εαυτό μου που νιώθω αδύναμη μπροστά στη μοναξιά. Θυμάμαι τον άντρα μου τον Στέλιο – πόσο γρήγορα έφυγε από κοντά μας… Έμεινα μόνη να μεγαλώσω τρία παιδιά με έναν μισθό καθαρίστριας σε σχολείο.
Πόσες φορές ξενύχτησα πάνω από τα τετράδιά τους; Πόσες φορές έκοψα από το δικό μου φαγητό για να έχουν εκείνα περισσότερο; Και τώρα; Τώρα περιμένω ένα τηλεφώνημα που όλο αργεί.
Ένα απόγευμα χτυπάει η πόρτα. Είναι η κυρία Σοφία από τον τρίτο όροφο.
– Ελένη μου, θα έρθεις αύριο στην εκκλησία μαζί μας;
– Δεν ξέρω… Δεν έχω πολύ διάθεση.
– Έλα βρε κορίτσι μου! Θα κάτσουμε μετά για καφέ στην πλατεία.
Διστάζω λίγο αλλά τελικά πηγαίνω. Στην εκκλησία οι γυναίκες ψιθυρίζουν προσευχές και μετά γελούν με ιστορίες από τα παιδιά τους. Κάποιες έχουν εγγόνια – τις ζηλεύω λίγο. Στην πλατεία πίνουμε καφέδες και μιλάμε για τα παλιά. Νιώθω λίγο καλύτερα – σαν να ανήκω κάπου ακόμα.
Το βράδυ γράφω ένα μήνυμα στον Νίκο:
«Γιε μου, ελπίζω να είσαι καλά. Αν μπορείς, πάρε με ένα τηλέφωνο.»
Δεν απαντάει αμέσως. Την επόμενη μέρα όμως με παίρνει.
– Μάνα… Συγγνώμη που χάθηκα.
– Δεν πειράζει αγόρι μου… Να προσέχεις μόνο.
– Θα προσπαθήσω να κατέβω το καλοκαίρι.
Κλείνω το τηλέφωνο και νιώθω μια μικρή ζεστασιά στην καρδιά μου. Ίσως τελικά δεν είμαι εντελώς μόνη.
Το Πάσχα περνάει ήσυχα. Βάζω λίγη μαγειρίτσα στο τραπέζι και ανάβω ένα κερί για τον Στέλιο. Βγαίνω στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης – τόσα σπίτια γεμάτα ζωή κι εγώ εδώ μόνη… ή μήπως όχι;
Σκέφτομαι όλα αυτά που θυσίασα για την οικογένειά μου και αναρωτιέμαι: Άξιζε; Μπορεί μια μάνα ποτέ να σταματήσει να ελπίζει; Ή μήπως η αγάπη είναι πάντα εκεί – ακόμα κι όταν δεν την βλέπεις;
Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ έτσι; Πώς συμφιλιώνεται κανείς με τη μοναξιά όταν η καρδιά του ακόμα περιμένει;