Η Κουνιάδα Μου Με Κατηγορεί για την Πείνα της Κόρης Της

«Εσύ φταις! Εσύ! Αν δεν ήσουν εσύ, η μικρή μου θα είχε φάει σήμερα!» Η φωνή της Ελένης αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου. Στεκόμουν στην κουζίνα, με τα χέρια βουτηγμένα στο νερό, όταν μπήκε με φόρα, τα μάτια της κόκκινα από το κλάμα και την οργή. Ο Γιάννης, ο άντρας μου, καθόταν αμίλητος στο τραπέζι, το βλέμμα του καρφωμένο στο πάτωμα. Ήξερα πως αυτή η μέρα θα ερχόταν, αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα ήταν τόσο σκληρή.

«Ελένη, σε παρακαλώ…» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. «Δεν είναι δίκαιο αυτό που λες.»

«Δίκαιο;» γέλασε πικρά. «Εσύ έχεις τα πάντα! Έχεις τον άντρα σου, το σπίτι σου, το παιδί σου. Εγώ τι έχω; Μια κόρη που πεινάει και έναν άντρα που με παράτησε!»

Η αλήθεια ήταν πως η Ελένη είχε κάνει λάθη. Όλοι το ήξεραν στο χωριό. Ο άντρας της, ο Μανώλης, είχε φύγει όταν έμαθε πως η μικρή Μαρία δεν ήταν δικό του παιδί. Η Ελένη είχε μπλέξει με τον Πέτρο, έναν εργάτη από τη Λάρισα που ήρθε για λίγο στο χωριό μας να δουλέψει στα χωράφια. Όταν έμεινε έγκυος, προσπάθησε να κρύψει την αλήθεια, αλλά τα μυστικά δεν κρατούν πολύ σε ένα μικρό μέρος σαν το δικό μας.

Ο Γιάννης πάντα προσπαθούσε να βοηθήσει την αδερφή του. Της έδινε χρήματα, της έφερνε τρόφιμα. Αλλά εγώ ήμουν αυτή που έπρεπε να μαγειρεύει διπλάσια φαγητά, να προσέχω τη μικρή Μαρία όταν η Ελένη έψαχνε δουλειά ή όταν απλά ήθελε να ξεφύγει από τη μιζέρια της. Κι όμως, ποτέ δεν παραπονέθηκα. Ήξερα τι σημαίνει να είσαι μάνα μόνη.

«Δεν είμαι εγώ ο εχθρός σου, Ελένη», της είπα ήρεμα. «Όλοι προσπαθούμε να βοηθήσουμε.»

«Βοηθάτε;» φώναξε. «Με ελεημοσύνες; Με βλέπετε σαν ζητιάνα! Ακόμα και η μάνα σας με κοιτάει λες και είμαι βρώμικη!»

Ο Γιάννης σηκώθηκε τότε απότομα. «Φτάνει! Δεν θα μιλάς έτσι στη γυναίκα μου!»

Η Ελένη γύρισε και τον κοίταξε με μάτια γεμάτα μίσος και πόνο. «Κι εσύ; Εσύ που είσαι αδερφός μου; Πού ήσουν όταν ο Μανώλης με πέταξε έξω; Πού ήσουν όταν έκλαιγα τα βράδια μόνη μου;»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Θυμήθηκα τη μέρα που ο Μανώλης έφυγε. Η Ελένη είχε έρθει σπίτι μας με τη μικρή στην αγκαλιά της, βρεγμένη από τη βροχή, τα μαλλιά της κολλημένα στο πρόσωπο. Την είχα βάλει να καθίσει δίπλα στη σόμπα, της είχα δώσει στεγνά ρούχα και ένα πιάτο φαΐ. Εκείνο το βράδυ, έκλαιγε ασταμάτητα.

Από τότε, τίποτα δεν ήταν ίδιο. Η πεθερά μου, η κυρία Μαρίκα, δεν ήθελε να βλέπει την Ελένη ούτε ζωγραφιστή. «Μας ντροπιάζει», έλεγε συνέχεια στον Γιάννη. «Τι θα πει ο κόσμος;»

Ο κόσμος είχε ήδη πει πολλά. Στο καφενείο ψιθύριζαν για την Ελένη και τον Πέτρο. Στο μανάβικο με κοιτούσαν περίεργα όταν ψώνιζα για εκείνη. Αλλά εγώ συνέχιζα να τη βοηθάω όσο μπορούσα.

Μια μέρα, καθώς πήγαινα τη μικρή Μαρία στο σχολείο μαζί με τον γιο μου τον Νίκο, άκουσα δυο γυναίκες να λένε: «Η κόρη της Ελένης πεινάει… Η θεία της όμως φοράει καινούργια παπούτσια!» Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου από ντροπή και θυμό.

Το ίδιο βράδυ, ο Γιάννης γύρισε αργά από τη δουλειά του στο συνεργείο. Κάθισε δίπλα μου στον καναπέ και με κοίταξε στα μάτια.

«Δεν αντέχω άλλο», μου είπε χαμηλόφωνα. «Η μάνα μου τσακώνεται μαζί μου κάθε μέρα για την Ελένη. Η Ελένη σε κατηγορεί για όλα. Το παιδί μας ακούει φωνές κάθε βράδυ…»

Τον αγκάλιασα σφιχτά. «Θα περάσει», του ψιθύρισα. «Πρέπει να περάσει.»

Αλλά τίποτα δεν περνούσε. Η Ελένη γινόταν όλο και πιο πικρή. Μια μέρα ήρθε σπίτι μας και άρχισε να σπάει πιάτα στην κουζίνα.

«Δεν αντέχω άλλο!» φώναξε. «Θέλω πίσω τη ζωή μου! Θέλω πίσω τον άντρα μου!»

«Ελένη…» προσπάθησα να την πλησιάσω.

«Μην με αγγίζεις!» ούρλιαξε. «Εσύ φταις! Αν δεν ήσουν εσύ τόσο τέλεια, αν δεν ήσουν εσύ πάντα σωστή… Ο Μανώλης θα ήταν ακόμα εδώ!»

Έμεινα άφωνη. Πώς μπορούσα να φταίω εγώ για τις επιλογές της; Πώς μπορούσε να ρίχνει πάνω μου όλο αυτό το βάρος;

Τις επόμενες μέρες απέφευγα να τη συναντήσω. Ο Γιάννης προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στη μάνα του και την αδερφή του. Ο Νίκος ρωτούσε γιατί η θεία του είναι πάντα λυπημένη.

Μια Κυριακή πρωί χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα και είδα την Ελένη στην πόρτα, με τη Μαρία αγκαλιά.

«Συγγνώμη», ψιθύρισε με σπασμένη φωνή. «Δεν έχω πού αλλού να πάω.»

Την έβαλα μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Της έφτιαξα τσάι και κάθισα δίπλα της.

«Δεν είσαι μόνη σου», της είπα απαλά.

Άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

«Φοβάμαι… Φοβάμαι ότι θα χάσω το παιδί μου… Δεν έχω λεφτά ούτε για γάλα…»

Της έπιασα το χέρι.

«Θα σε βοηθήσουμε όλοι μαζί», της υποσχέθηκα.

Από εκείνη τη μέρα άρχισε σιγά σιγά να αλλάζει κάτι μέσα μας. Η πεθερά μου μαλάκωσε λίγο – όχι πολύ, αλλά αρκετά ώστε να δώσει ένα πιάτο φαΐ στη Μαρία χωρίς να γκρινιάξει. Ο Γιάννης πήγε στην πρόνοια και ζήτησε βοήθεια για την αδερφή του. Εγώ συνέχισα να προσέχω τη μικρή όσο η Ελένη έψαχνε δουλειά.

Τα βράδια όμως ξαπλώνω και σκέφτομαι: Πόσο εύκολα μπορεί μια οικογένεια να διαλυθεί από μυστικά και ψέματα; Πόσο δύσκολο είναι να συγχωρέσεις – πραγματικά – κάποιον που σε πλήγωσε;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συνεχίζατε να βοηθάτε κάποιον που σας κατηγορεί για όλα τα δεινά του; Ή μήπως κάποια στιγμή πρέπει να προστατέψεις τον εαυτό σου;