«Γιατί δεν είσαι σαν τους γονείς του;» — Η ιστορία μιας μητέρας που παλεύει με τις προσδοκίες της κόρης της

«Μαμά, δεν καταλαβαίνεις! Οι γονείς του Νίκου μας βοηθάνε συνέχεια. Εσύ γιατί όχι;»

Η φωνή της Ελένης αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη απογοήτευση και θυμό. Στεκόμουν στην κουζίνα, τα χέρια μου τρέμανε πάνω από το τραπέζι. Το φως του απογεύματος έπεφτε λοξά στα παλιά πλακάκια, κι εγώ ένιωθα πιο μόνη από ποτέ.

«Ελένη μου, ξέρεις πως αν μπορούσα…» ψιθύρισα, αλλά η φωνή μου χάθηκε μέσα στον ήχο του βραστήρα. Εκείνη γύρισε το κεφάλι της απότομα.

«Όλοι βοηθάνε τα παιδιά τους! Μόνο εσύ… μόνο εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα!»

Τα λόγια της ήταν μαχαίρι. Θυμήθηκα τα χρόνια που πάλευα να τα βγάλω πέρα μόνη μου, μετά τον θάνατο του άντρα μου. Ήμουν ήδη σαράντα δύο όταν γεννήθηκε η Ελένη. Την ήθελα τόσο πολύ, που όταν ήρθε στη ζωή μου, νόμιζα πως όλα τα άλλα προβλήματα θα λύνονταν από μόνα τους. Αλλά η ζωή δεν χαρίζεται.

Ο άντρας μου, ο Στέλιος, έφυγε ξαφνικά από ανακοπή όταν η Ελένη ήταν μόλις πέντε χρονών. Από τότε, όλα έπεσαν πάνω μου: το σπίτι, η δουλειά στο σχολείο, τα φροντιστήρια, τα χαράτσια, οι λογαριασμοί. Δεν είχα βοήθεια από πουθενά. Οι δικοί μου είχαν φύγει νωρίς, ο αδερφός μου είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία.

Η Ελένη μεγάλωσε βλέποντάς με να δουλεύω ασταμάτητα. Ποτέ δεν της έλειψε το φαγητό ή η αγάπη — αλλά της έλειψαν τα καινούργια ρούχα, τα ταξίδια, οι πολυτέλειες που είχαν οι φίλες της. Πάντα προσπαθούσα να της εξηγώ: «Δεν έχουμε πολλά, αλλά έχουμε ο ένας τον άλλον». Εκείνη όμως μεγάλωνε με το παράπονο.

Όταν γνώρισε τον Νίκο, χάρηκα. Ήταν καλό παιδί, από καλή οικογένεια. Οι γονείς του είχαν επιχείρηση με ενοικιαζόμενα δωμάτια στη Χαλκιδική και ζούσαν άνετα. Στο γάμο τους έδωσαν διαμέρισμα και αυτοκίνητο. Εγώ μπόρεσα να τους πάρω μόνο ένα σετ πιάτα και μια κουβέρτα χειροποίητη — αυτή που είχα πλέξει όταν ήμουν έγκυος στην Ελένη.

Τώρα η Ελένη είναι 29 χρονών και έχει ένα αγοράκι τριών ετών. Ο Νίκος δουλεύει στην οικογενειακή επιχείρηση και εκείνη προσπαθεί να βρει δουλειά ως νηπιαγωγός. Τα έξοδα τρέχουν: δάνειο, παιδικός σταθμός, λογαριασμοί. Οι πεθεροί της πληρώνουν πολλές φορές το ρεύμα ή το σούπερ μάρκετ.

Κάθε φορά που μιλάμε στο τηλέφωνο, νιώθω την ένταση στη φωνή της.

«Μαμά, δεν μπορείς να μας δώσεις κάτι; Έστω λίγα για τον μικρό;»

Και κάθε φορά ντρέπομαι που δεν έχω να της προσφέρω τίποτα παραπάνω από μια σακούλα με σπιτικά κουλουράκια ή λίγα λαχανικά από τον κήπο.

Πριν λίγες μέρες ήρθε σπίτι μου με τον μικρό. Ήταν θυμωμένη.

«Ξέρεις τι είπε ο Νίκος; Ότι οι γονείς του θα μας πάνε διακοπές στη Σαντορίνη το καλοκαίρι. Και μετά με ρώτησε αν θα έρθεις κι εσύ μαζί μας…»

Την κοίταξα στα μάτια. «Ελένη μου, εγώ δεν έχω χρήματα για τέτοια πράγματα…»

«Δεν καταλαβαίνεις! Δεν θέλω τα λεφτά σου — θέλω να νιώσω ότι νοιάζεσαι! Ότι κάνεις κάτι για μας!»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Ελένη, όλη μου τη ζωή την αφιέρωσα σε σένα! Τι άλλο να κάνω;»

Σηκώθηκε απότομα και μάζεψε το παιδί. «Δεν έχει νόημα… Ποτέ δεν θα καταλάβεις.»

Έμεινα μόνη στην κουζίνα. Τα δάκρυα έτρεχαν χωρίς να το καταλάβω. Θυμήθηκα τις νύχτες που ξενυχτούσα για να διορθώσω διαγωνίσματα και να πληρώσω τα φροντιστήρια της. Τα καλοκαίρια που δεν πήγαμε ποτέ διακοπές γιατί δούλευα σε θερινά μαθήματα για να βγει ο χειμώνας.

Την επόμενη μέρα με πήρε τηλέφωνο η αδερφή του Στέλιου, η θεία Μαρία.

«Τι έγινε πάλι με την Ελένη; Μου είπε ότι είσαι ψυχρή και αδιάφορη…»

«Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω, Μαρία… Δεν έχω τίποτα να της δώσω εκτός από την αγάπη μου.»

«Τα παιδιά σήμερα έχουν μάθει αλλιώς… Οι πεθεροί της έχουν λεφτά και τα σκορπάνε. Μην το παίρνεις κατάκαρδα.»

Αλλά πώς να μην το πάρω κατάκαρδα; Η κόρη μου με βλέπει σαν βάρος, σαν αποτυχία. Δεν μπορώ να της δώσω όσα θέλει — ούτε υλικά ούτε ίσως συναισθηματικά.

Την Κυριακή πήγα στην εκκλησία. Προσευχήθηκα για την Ελένη και τον μικρό. Μετά κάθισα στο παγκάκι έξω από το σπίτι και κοίταζα τον δρόμο. Πέρασε μια γειτόνισσα.

«Τι έχεις, κυρά-Άννα; Σαν χαμένη είσαι.»

«Η κόρη μου… Δεν με θέλει πια κοντά της.»

«Μην το λες αυτό! Τα παιδιά ξεχνάνε εύκολα τι έχουν περάσει οι γονείς τους.»

Το βράδυ πήρα τηλέφωνο την Ελένη.

«Ελένη μου… Θέλω να ξέρεις ότι σ’ αγαπάω πολύ. Ξέρω ότι περνάτε δύσκολα, αλλά κι εγώ δεν έχω πολλά… Αν χρειαστείς κάτι άλλο — μια αγκαλιά, μια κουβέντα — είμαι εδώ.»

Άκουσα τη φωνή της να σπάει.

«Συγγνώμη μαμά… Απλώς νιώθω μόνη κι εγώ… Όλοι περιμένουν από μένα να είμαι τέλεια μάνα και σύζυγος…»

Κλάψαμε μαζί στο τηλέφωνο εκείνο το βράδυ.

Αλλά ξέρω πως τίποτα δεν είναι ίδιο πια. Η σχέση μας έχει πληγωθεί από τις προσδοκίες και τις συγκρίσεις.

Αναρωτιέμαι: Πόσοι γονείς στην Ελλάδα νιώθουν έτσι; Πόσες μητέρες κουβαλούν ενοχές επειδή δεν μπορούν να προσφέρουν στα παιδιά τους όσα βλέπουν αλλού; Και πόσα παιδιά ξεχνούν τις θυσίες των γονιών τους μπροστά στη λάμψη των χρημάτων;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα προσπαθούσατε περισσότερο ή θα αφήνατε το παιδί σας να μάθει μόνο του τη ζωή;