Τι σημαίνει να είσαι μάνα όταν η ίδια σου η κόρη σε ξεχνά: Μια ιστορία για εμπιστοσύνη, χρήματα και προδοσία
«Μαμά, σε παρακαλώ, είναι η τελευταία φορά που σου ζητάω κάτι τέτοιο. Ο Κώστας έχει μια ευκαιρία στη δουλειά, αν τον βοηθήσουμε τώρα, όλα θα αλλάξουν για εμάς!»
Τα λόγια της Μαρίας αντηχούν ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν βράδυ, καθόμασταν στην κουζίνα μου, το φως αχνό, το τραπέζι γεμάτο χαρτιά και λογαριασμούς. Η Μαρία, η μοναχοκόρη μου, με κοίταζε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να λυγίζω. Από μικρή είχε τον τρόπο της να με πείθει. Ήμουν πάντα εκεί για εκείνη – από τα πρώτα της βήματα μέχρι το πτυχίο της στη Νομική Αθηνών. Πάντα ήθελα να της προσφέρω ό,τι καλύτερο μπορούσα.
«Ελένη, μην το κάνεις αυτό. Δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί», είχε πει ο αδερφός μου ο Γιώργος λίγες μέρες πριν. «Τα λεφτά αυτά τα μάζευες μια ζωή. Δεν είναι παιχνίδι.»
Δεν τον άκουσα. Πώς να μην εμπιστευτώ το ίδιο μου το παιδί; Η Μαρία ήταν το φως μου, η ελπίδα μου. Ο Κώστας, ο γαμπρός μου, πάντα ευγενικός, πάντα με ένα χαμόγελο που έκρυβε κάτι που ποτέ δεν κατάφερα να διαβάσω.
Την επόμενη μέρα πήγα στην τράπεζα. Τα χέρια μου έτρεμαν καθώς υπέγραφα τα χαρτιά για να μεταφέρω τις οικονομίες μιας ζωής – 38 χρόνια καθαρίστρια σε σχολείο, κάθε ευρώ με ιδρώτα και πόνο. Ο υπάλληλος με κοίταξε με απορία.
«Είστε σίγουρη;»
«Ναι», απάντησα με φωνή που δεν αναγνώριζα.
Όταν έδωσα τα χρήματα στη Μαρία και τον Κώστα, με αγκάλιασαν και οι δύο. Η Μαρία έκλαιγε από χαρά – ή έτσι νόμιζα τότε.
Πέρασαν μήνες. Ο Κώστας άνοιξε ένα μικρό μαγαζί με ηλεκτρονικά στο Περιστέρι. Στην αρχή όλα έδειχναν καλά. Η Μαρία ερχόταν συχνά, μου έφερνε γλυκά από τον φούρνο της γειτονιάς, μιλούσαμε για τα εγγόνια που ήθελε να κάνει.
Μετά άρχισαν τα τηλεφωνήματα να αραιώνουν. Η Μαρία ήταν πάντα απασχολημένη. Ο Κώστας είχε προβλήματα στη δουλειά – «η κρίση», «οι φόροι», «οι προμηθευτές». Κάθε φορά που ζητούσα να μάθω τι γίνεται με τα λεφτά μου, η Μαρία θύμωνε.
«Μαμά, δεν εμπιστεύεσαι τον άντρα μου; Γιατί είσαι έτσι;»
Ένιωθα ενοχές. Μήπως ήμουν άδικη; Μήπως δεν έπρεπε να ρωτάω; Όμως κάθε βράδυ, μόνη στο μικρό διαμέρισμα στο Παγκράτι, κοιτούσα το ταβάνι και σκεφτόμουν: Αν πάθω κάτι, ποιος θα είναι δίπλα μου;
Ο αδερφός μου ο Γιώργος ερχόταν κάθε Κυριακή. Έφερνε ψωμί και ντομάτες από το χωριό.
«Σου το είπα, Ελένη. Τα παιδιά σήμερα… Δεν είναι όπως παλιά.»
Τον μάλωνα. Δεν ήθελα να ακούσω κακίες για τη Μαρία.
Ένα βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Κώστας.
«Ελένη… Ξέρω ότι περιμένεις νέα για τα λεφτά… Δεν πήγαν τα πράγματα όπως θέλαμε. Το μαγαζί κλείνει.»
Η φωνή του ήταν ψυχρή, σχεδόν αδιάφορη. Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
«Και η Μαρία;»
«Η Μαρία… είναι πολύ πιεσμένη. Σε παρακαλώ μην την ενοχλείς άλλο.»
Αυτό ήταν. Από εκείνο το βράδυ η Μαρία δεν ξανασήκωσε το τηλέφωνο. Της έστειλα μηνύματα, γράμματα, πήγα μέχρι το σπίτι τους στο Χαλάνδρι – κανείς δεν άνοιξε.
Οι μέρες περνούσαν αργά. Η μοναξιά έγινε φίλη μου. Οι γείτονες με ρωτούσαν τι κάνει η κόρη μου – χαμογελούσα μηχανικά.
Μια μέρα βρήκα ένα γράμμα κάτω από την πόρτα. Ήταν από τη Μαρία.
«Μαμά,
Ξέρω ότι σε πλήγωσα αλλά δεν μπορώ άλλο αυτή την πίεση. Ο Κώστας έκανε ό,τι μπορούσε αλλά τίποτα δεν πήγε όπως θέλαμε. Δεν έχω να σου δώσω τίποτα πίσω. Σε παρακαλώ μην με ψάξεις άλλο.»
Το χαρτί μύριζε ακόμα το άρωμά της. Το κράτησα σφιχτά στο στήθος μου και έκλαψα σαν μικρό παιδί.
Ο Γιώργος ήρθε την επόμενη μέρα και με βρήκε έτσι.
«Ελένη… πρέπει να σκεφτείς τον εαυτό σου τώρα.»
Πώς να σκεφτώ τον εαυτό μου όταν όλη μου η ζωή ήταν η Μαρία;
Άρχισα να δουλεύω ξανά – καθάριζα σκάλες στις πολυκατοικίες για λίγα ευρώ. Οι δυνάμεις μου λιγοστεύουν αλλά δεν έχω άλλη επιλογή. Οι φίλες μου λένε να πάω σε δικηγόρο – μα πώς να κάνω μήνυση στο ίδιο μου το παιδί;
Κάθε βράδυ ανάβω ένα κερί στην Παναγία και προσεύχομαι να είναι καλά η Μαρία – όπου κι αν είναι.
Μερικές φορές σκέφτομαι: Τι σημαίνει τελικά να είσαι μάνα στην Ελλάδα του σήμερα; Να συγχωρείς τα πάντα; Να θυσιάζεις τα πάντα; Ή μήπως να μάθεις κάποτε να λες «όχι»;
Αν ήσασταν στη θέση μου… τι θα κάνατε; Θα συγχωρούσατε ή θα διεκδικούσατε πίσω τη ζωή σας;