Σάββατο στη Λαϊκή: Όταν η ζωή ανατρέπεται σε μια στιγμή
«Μαμά, γιατί αργείς τόσο;» Η φωνή της κόρης μου, της Ελένης, αντηχεί στο τηλέφωνο, γεμάτη ανυπομονησία και μια δόση θυμού. Ήταν Σάββατο πρωί, η μέρα που πάντα πηγαίνω στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς μας στην Καλλιθέα. Το καλάθι μου γεμάτο πορτοκάλια, ντομάτες και φρέσκο ψωμί, το μυαλό μου όμως αλλού: στους λογαριασμούς που έπρεπε να πληρώσω, στη δουλειά που δεν πήγαινε καλά, στον άντρα μου τον Νίκο που τελευταία ήταν όλο νεύρα.
«Έρχομαι, Ελένη μου. Μη φωνάζεις. Έχω πολλά στο κεφάλι μου σήμερα», απαντώ προσπαθώντας να κρύψω την ταραχή μου. Κλείνω το τηλέφωνο και ψάχνω το πορτοφόλι μου για να πληρώσω τη γιαγιά που μου δίνει τα λαχανικά. Τα χέρια μου τρέμουν. Δεν είναι εκεί. Ψάχνω ξανά, πιο γρήγορα αυτή τη φορά, ανακατεύοντας τα πάντα μέσα στην τσάντα. Τίποτα.
«Χάσατε κάτι;» με ρωτάει η γιαγιά με τα γκρίζα μαλλιά και τα βαθιά ρυτιδιασμένα μάτια. Η φωνή της είναι ήρεμη, αλλά νιώθω τα βλέμματα των γύρω να καρφώνονται πάνω μου. Μια άλλη γυναίκα, η κυρία Μαρία από το διπλανό πάγκο, ψιθυρίζει κάτι στον άντρα της. Νιώθω σαν να μικραίνω, σαν να γίνομαι διάφανη.
«Το πορτοφόλι μου… Δεν το βρίσκω», ψελλίζω. Η φωνή μου σπάει. Ο κόσμος αρχίζει να μαζεύεται γύρω μου. Κάποιος λέει «Μήπως το έκλεψαν;», άλλος «Σήμερα όλοι κλέβουν». Ένας νεαρός με σκουλαρίκι με κοιτάζει με δυσπιστία.
Ξαφνικά, ακούγεται φασαρία. Ένας αστυνομικός πλησιάζει. «Τι συμβαίνει εδώ;» ρωτάει αυστηρά. Η καρδιά μου χτυπάει τόσο δυνατά που νομίζω θα σπάσει το στήθος μου. Προσπαθώ να εξηγήσω, αλλά τα λόγια δεν βγαίνουν σωστά.
«Εγώ… απλώς… χάθηκε το πορτοφόλι μου», λέω τελικά. Ο αστυνομικός με κοιτάζει εξεταστικά. «Έχετε ταυτότητα;» ρωτάει. Κουνάω αρνητικά το κεφάλι – όλα ήταν μέσα στο πορτοφόλι.
Ο κόσμος αρχίζει να ψιθυρίζει πιο δυνατά. «Μήπως κάνει πως το έχασε για να μη πληρώσει;» ακούω κάποιον να λέει πίσω μου. Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Νιώθω ντροπή, θυμό, απόγνωση.
Η γιαγιά με τα λαχανικά προσπαθεί να με υπερασπιστεί: «Την ξέρω τόσα χρόνια, καλή γυναίκα είναι». Αλλά οι φωνές γύρω μας πνίγουν τη δική της. Ο αστυνομικός ζητάει να ψάξουν την τσάντα μου μπροστά σε όλους. Νιώθω ταπεινωμένη.
Την ίδια στιγμή χτυπάει το κινητό μου ξανά – ο Νίκος αυτή τη φορά.
«Πού είσαι; Έχεις αργήσει! Πάλι κάτι έκανες λάθος;» Η φωνή του γεμάτη εκνευρισμό και καχυποψία. Δεν αντέχω άλλο.
«Χάθηκε το πορτοφόλι μου! Εδώ με έχουν περικυκλώσει όλοι και με κοιτάνε σαν να είμαι κλέφτρα!» ουρλιάζω στο τηλέφωνο χωρίς να με νοιάζει πια ποιος ακούει.
Ο Νίκος το κλείνει απότομα. Ξέρω τι θα ακολουθήσει όταν γυρίσω σπίτι: καβγάς, φωνές, κατηγορίες ότι είμαι απρόσεκτη, ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα σωστά.
Η αστυνομία παίρνει τα στοιχεία μου και υπόσχεται να ερευνήσει. Μου λένε να περάσω από το τμήμα αργότερα για κατάθεση. Η γιαγιά επιμένει να πάρω τα λαχανικά χωρίς να πληρώσω – «Θα τα βρούμε μετά», λέει – αλλά εγώ αρνούμαι. Δεν θέλω άλλο έλεος.
Γυρίζω σπίτι με άδεια χέρια και βαριά καρδιά. Η Ελένη με κοιτάζει απορημένη: «Μαμά, τι έγινε;» Ο Νίκος κάθεται στον καναπέ με σταυρωμένα χέρια.
«Πάλι εσύ φταις για όλα», ξεκινάει χωρίς καν να με αφήσει να μιλήσω. «Πώς γίνεται πάντα εσύ να μπλέκεις;»
Τα λόγια του με πληγώνουν περισσότερο κι από την ταπείνωση στη λαϊκή. Θέλω να ουρλιάξω, να του πω ότι δεν αντέχω άλλο αυτή την πίεση, ότι κουράστηκα να είμαι πάντα η υπεύθυνη για όλα τα στραβά του κόσμου μας.
Η Ελένη τρέχει στην αγκαλιά μου. «Μαμά, μην κλαις», ψιθυρίζει. Τα δάκρυά μου κυλούν ασταμάτητα.
Το βράδυ δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σκέφτομαι όλα όσα έγιναν: τους ξένους που με κοίταζαν σαν εγκληματία, τον άντρα μου που δεν πίστεψε ούτε στιγμή ότι μπορεί απλώς να ήμουν άτυχη, την κόρη μου που φοβάται κάθε φορά που υψώνεται η φωνή του πατέρα της.
Την Κυριακή πηγαίνω στο τμήμα όπως μου είπαν. Εκεί συναντώ τον κύριο Γιώργο, έναν ηλικιωμένο άντρα που βρήκε το πορτοφόλι μου πεταμένο κοντά σε έναν κάδο σκουπιδιών και το παρέδωσε στην αστυνομία. Όλα τα χρήματα λείπουν, αλλά οι κάρτες και η ταυτότητά μου είναι εκεί.
«Δεν ήθελα να μπλέξω», μου λέει χαμηλόφωνα ο κύριος Γιώργος, «αλλά σκέφτηκα πως αν ήμουν εγώ στη θέση σου…»
Τον ευχαριστώ με δάκρυα στα μάτια. Για πρώτη φορά μετά από μέρες νιώθω λίγη ελπίδα για τους ανθρώπους γύρω μου.
Όταν επιστρέφω σπίτι, ο Νίκος είναι πιο ήρεμος – ίσως γιατί κατάλαβε ότι δεν έφταιγα εγώ τελικά. Αλλά η πληγή έχει ήδη ανοίξει μέσα μου.
Το βράδυ κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης. Αναρωτιέμαι: Πόσο εύκολα μπορεί μια στιγμή να αλλάξει τη ζωή μας; Πόσο έτοιμοι είμαστε να κρίνουμε τους άλλους χωρίς να ξέρουμε την αλήθεια τους;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συγχωρούσατε όσους σας αδίκησαν ή θα κρατούσατε μέσα σας την πίκρα;