Ο άντρας μου γύρισε σπίτι με λουλούδια. Την ίδια μέρα έμαθα για ποια ήταν στ’ αλήθεια…
«Γιατί τώρα;» σκέφτηκα, καθώς ο Πέτρος άφηνε το μπουκέτο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα πάνω στο τραπέζι. Είχε χρόνια να μου φέρει λουλούδια. Από τότε που γεννήθηκε η μικρή μας, η Μαρίνα, οι στιγμές τρυφερότητας είχαν χαθεί κάπου ανάμεσα στους λογαριασμούς, τις φωνές και την καθημερινή κούραση.
«Για σένα είναι, Ελένη», είπε με εκείνο το χαμόγελο που κάποτε με έκανε να λιώνω. Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος. Ήταν τόσο όμορφα τα τριαντάφυλλα, φρέσκα, κατακόκκινα, σαν να είχαν κοπεί μόλις από τον κήπο της γειτόνισσας, της κυρίας Σοφίας. «Ευχαριστώ», ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρύψω την αμηχανία μου.
«Τι έγινε; Έχουμε επέτειο και το ξέχασα;» τον ρώτησα, προσπαθώντας να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα. Εκείνος γέλασε νευρικά. «Όχι, απλώς… ήθελα να σου κάνω μια έκπληξη. Δουλεύεις τόσο σκληρά για όλους μας.»
Η Μαρίνα έτρεξε και αγκάλιασε τα πόδια του. «Μπαμπά! Θα παίξουμε;» Εκείνος της χάιδεψε τα μαλλιά αφηρημένα. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Το ένιωθα στο βλέμμα του, στη φωνή του που έτρεμε ελαφρά.
Το βράδυ, όταν κοιμήθηκε η μικρή, κάθισα στο μπαλκόνι με το κινητό μου. Έπιασα τον εαυτό μου να ψάχνει σημάδια. Μήπως είχε αλλάξει κάτι στη συμπεριφορά του; Τον τελευταίο καιρό έλειπε συχνά, δήθεν για υπερωρίες στη δουλειά. Είχαμε σταματήσει να μιλάμε για τα όνειρά μας. Μόνο για τα προβλήματα.
Την επόμενη μέρα, καθώς μάζευα τα ρούχα από το μπαλκόνι, άκουσα τη φωνή της γειτόνισσας από κάτω. «Ελένη! Έλα να πιούμε έναν καφέ!» Κατέβηκα διστακτικά. Η κυρία Σοφία πάντα ήξερε τα πάντα για όλους στη γειτονιά.
«Είδα τον Πέτρο χθες το απόγευμα στην πλατεία», είπε με νόημα. «Δεν ήταν μόνος του.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. «Με ποιον ήταν;» ρώτησα προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή.
«Με μια ξανθιά κοπέλα… Δεν την έχω ξαναδεί εδώ. Φαινόταν πολύ οικεία μεταξύ τους.»
Γύρισα σπίτι με τα πόδια βαριά σαν μολύβι. Ο Πέτρος ήρθε αργά το βράδυ. «Πού ήσουν;» τον ρώτησα χωρίς περιστροφές.
«Στη δουλειά… Είχαμε συνάντηση με τον κύριο Γιώργο από το λογιστήριο.»
«Στην πλατεία;» Η φωνή μου έσπασε.
Με κοίταξε ξαφνιασμένος, μετά χαμήλωσε το βλέμμα. «Τι εννοείς;»
«Σε είδε η κυρία Σοφία με μια γυναίκα.»
Η σιωπή του ήταν πιο εκκωφαντική από κάθε φωνή. «Ελένη… δεν είναι αυτό που νομίζεις.»
«Τότε τι είναι;» Ο θυμός και η θλίψη πάλευαν μέσα μου.
«Είναι μια συνάδελφος… Χρειάστηκε βοήθεια με κάτι προσωπικό.»
Δεν τον πίστεψα. Το ένστικτό μου φώναζε πως κάτι κρυβόταν πίσω από τα λόγια του.
Τις επόμενες μέρες, ο Πέτρος ήταν ακόμα πιο απόμακρος. Έλειπε όλο και περισσότερο, κι εγώ ένιωθα να πνίγομαι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Η Μαρίνα με ρωτούσε γιατί ο μπαμπάς δεν παίζει πια μαζί της.
Ένα βράδυ, βρήκα κατά λάθος ένα μήνυμα στο κινητό του: «Σε ευχαριστώ για τα λουλούδια… Ήταν υπέροχα! Θα σε δω αύριο;» Η αποστολέας λεγόταν Κατερίνα.
Ένιωσα να καταρρέω. Τα τριαντάφυλλα δεν ήταν για μένα. Ήταν για εκείνη.
Όταν γύρισε σπίτι, τον περίμενα στην κουζίνα. «Πες μου την αλήθεια», του είπα ήρεμα, σχεδόν ψυχρά.
Κάθισε απέναντί μου και για πρώτη φορά τον είδα να δακρύζει. «Ελένη… Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό. Με την Κατερίνα… ξεκίνησε τυχαία στη δουλειά. Ένιωθα πως με καταλαβαίνει…»
«Και εγώ; Εγώ τι είμαι; Η υπηρέτρια του σπιτιού; Η μάνα της κόρης σου;»
«Δεν ήθελα να σε πληγώσω…»
«Αλλά το έκανες.»
Το ίδιο βράδυ κοιμήθηκα στον καναπέ. Όλη νύχτα σκεφτόμουν τη ζωή μου: τις θυσίες, τα όνειρα που θυσίασα για την οικογένεια, τις φορές που έβαλα τον εαυτό μου τελευταίο.
Οι μέρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Ο Πέτρος προσπαθούσε να με πλησιάσει, ζητούσε συγχώρεση, έκλαιγε μπροστά στη Μαρίνα – κι εκείνη δεν καταλάβαινε γιατί η μαμά και ο μπαμπάς δεν γελούν πια μαζί.
Η μητέρα μου ήρθε από το χωριό όταν έμαθε τι συνέβη. «Παιδί μου, οι άντρες πάντα βρίσκουν δικαιολογίες», είπε αυστηρά. «Αλλά εσύ πρέπει να σκεφτείς τη Μαρίνα και τον εαυτό σου.»
Η αδερφή μου η Άννα ήρθε κι εκείνη να με στηρίξει. «Μην αφήσεις κανέναν να σε κάνει να νιώθεις λίγη», είπε αγκαλιάζοντάς με.
Πέρασαν εβδομάδες μέχρι να πάρω μια απόφαση. Ο Πέτρος έφυγε από το σπίτι για λίγο καιρό – δήθεν για να σκεφτεί τι θέλει πραγματικά. Εγώ έμεινα μόνη με τη Μαρίνα και τις ενοχές μου: μήπως φταίω εγώ; Μήπως αν ήμουν πιο όμορφη, πιο χαρούμενη, πιο δοτική;
Ένα πρωί ξύπνησα και κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Είδα μια γυναίκα κουρασμένη αλλά δυνατή. Μια μάνα που πάλεψε για την οικογένειά της αλλά δεν θα δεχτεί άλλο ψέματα.
Όταν ο Πέτρος γύρισε και ζήτησε άλλη μια ευκαιρία, του είπα: «Δεν ξέρω αν μπορώ να σε εμπιστευτώ ξανά. Αλλά ξέρω ότι αξίζω κάτι καλύτερο – κι εγώ και η κόρη μας.»
Σήμερα ζω μόνη με τη Μαρίνα σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια. Δεν είναι εύκολο – οι λογαριασμοί τρέχουν, η δουλειά είναι δύσκολη, αλλά κάθε βράδυ κοιμάμαι ήσυχη γιατί ξέρω πως δεν ζω πια σε ένα ψέμα.
Σκέφτομαι συχνά: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν παρόμοιες ιστορίες; Πόσες θυσιάζουν τα πάντα για μια οικογένεια που τελικά τις προδίδει;
Άραγε αξίζει να συγχωρούμε τόσο εύκολα; Ή μήπως πρέπει πρώτα να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας;