Τα Γενέθλιά Μου Πλησιάζουν, Μα Δεν Βρίσκω Ησυχία: Πώς Να Αποφύγω Να Καλέσω Τη Νύφη Μου
«Μαμά, σε παρακαλώ, μην αρχίσεις πάλι!» Η φωνή του Ααρών αντηχεί στο σαλόνι, γεμάτη ένταση. Κρατάει το κινητό στο χέρι, τα μάτια του καρφωμένα πάνω μου. Ξέρω πως πάλι θα μιλήσουμε για τη Λία. Για τη Λία και τα παιδιά της. Για το πώς νιώθω ότι χάνω τον γιο μου, πως το σπίτι μας αλλάζει χωρίς να το θέλω.
«Δεν αρχίζω τίποτα, Ααρών. Απλώς… τα γενέθλιά μου είναι σε λίγες μέρες. Θέλω να είναι ήρεμα φέτος. Να είμαστε οικογένεια.»
«Η Λία είναι οικογένεια για μένα!» φωνάζει. «Και τα παιδιά της…»
Κλείνω τα μάτια μου για μια στιγμή. Θυμάμαι τον πατέρα του, τον Νίκο, να μου λέει πάντα πως πρέπει να αφήνω τον Ααρών να κάνει τις επιλογές του. Μα εγώ δεν μπορώ. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι η ζωή του γιου μου μπλέκεται τόσο γρήγορα με μια γυναίκα που έχει ήδη δύο παιδιά από άλλον άντρα. Στην Ελλάδα αυτά δεν είναι απλά πράγματα. Οι γείτονες ψιθυρίζουν, η μάνα μου με κοιτάει με απορία κάθε φορά που τη βλέπει στην πλατεία.
«Δεν καταλαβαίνεις…» ψιθυρίζω. «Είναι δύσκολο για μένα.»
Ο Ααρών σηκώνει τα χέρια ψηλά, απελπισμένος. «Προσπαθείς καν να τη γνωρίσεις; Ή απλώς αποφάσισες ότι δεν σου κάνει;»
Η αλήθεια είναι πως δεν προσπάθησα αρκετά. Την είδα δυο-τρεις φορές, πάντα βιαστικά, πάντα με μια αμηχανία που γινόταν σχεδόν εχθρότητα. Τα παιδιά της τρέχουν στο σπίτι μου σαν να είναι δικό τους. Ο μικρός, ο Γιώργος, έσπασε το αγαπημένο μου βάζο πέρσι το Πάσχα. Η μεγάλη, η Μαρία, ζωγράφισε με μαρκαδόρους στον τοίχο της κουζίνας. Κι εγώ; Εγώ έμεινα να μαζεύω τα κομμάτια και να σκουπίζω τους τοίχους, νιώθοντας ξένη στο ίδιο μου το σπίτι.
Η αδελφή μου, η Κατερίνα, με παίρνει τηλέφωνο κάθε μέρα σχεδόν.
«Ελένη, μην κάνεις καμιά τρέλα στα γενέθλιά σου. Ο Ααρών θα πληγωθεί αν δεν καλέσεις τη Λία.»
«Και τι να κάνω; Να κάνω πως όλα είναι καλά; Να δεχτώ ότι ο γιος μου θα μεγαλώσει παιδιά άλλου;»
«Έτσι είναι η ζωή τώρα πια…»
Δεν ξέρω αν έτσι είναι η ζωή ή αν εγώ μεγάλωσα πολύ για να την καταλάβω.
Το βράδυ πριν τα γενέθλιά μου κάθομαι στην κουζίνα μόνη. Ο Νίκος διαβάζει εφημερίδα στο σαλόνι. Τον κοιτάζω και σκέφτομαι πόσο άλλαξε η ζωή μας από τότε που ήμασταν νέοι. Πόσο εύκολα κρίνουμε τους άλλους όταν δεν έχουμε βρεθεί στη θέση τους.
«Νίκο…» λέω διστακτικά.
«Τι έγινε πάλι;»
«Αν ήσουν στη θέση μου… θα καλούσες τη Λία;»
Με κοιτάζει πάνω από τα γυαλιά του. «Εγώ θα έκανα ό,τι κάνει τον Ααρών ευτυχισμένο. Κι αν αυτό σημαίνει να φάμε μαζί με τη Λία και τα παιδιά της, ας είναι.»
Σιωπή. Δεν ξέρω αν μπορώ να το κάνω.
Το επόμενο πρωί ξυπνάω με ένα βάρος στο στήθος. Τα γενέθλιά μου. Το σπίτι μυρίζει καφέ και βασιλικό – ο Νίκος έχει ήδη ανοίξει τα παράθυρα και ακούγεται το ραδιόφωνο από την κουζίνα.
Χτυπάει το κουδούνι. Ο Ααρών μπαίνει μέσα με ένα μπουκέτο λουλούδια και ένα χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει την αγωνία του.
«Χρόνια πολλά, μαμά!»
Τον αγκαλιάζω σφιχτά. Θέλω να του πω τόσα πολλά, αλλά δεν βγαίνουν λέξεις.
Πίσω του στέκεται η Λία, κρατώντας από το χέρι τον Γιώργο και τη Μαρία. Φοράει ένα απλό φόρεμα και έχει ένα διστακτικό χαμόγελο στα χείλη.
«Χρόνια πολλά, κυρία Ελένη…» λέει χαμηλόφωνα.
Για μια στιγμή όλα παγώνουν. Θυμάμαι τη μάνα μου να λέει πως οι άνθρωποι φαίνονται στις δύσκολες στιγμές. Κοιτάζω τη Λία στα μάτια και βλέπω φόβο – φόβο μήπως δεν την αποδεχτώ ποτέ.
Ο Γιώργος τρέχει προς το μέρος μου και με αγκαλιάζει στα πόδια.
«Γιαγιά Ελένη!» φωνάζει.
Σφίγγω τα δόντια μου για να μην κλάψω. Δεν είμαι η γιαγιά του – όχι στ’ αλήθεια – αλλά εκείνος έτσι με βλέπει.
Η Μαρία μου δίνει μια ζωγραφιά: εμένα, τον Ααρών, τη Λία και τα δύο παιδιά κάτω από έναν ήλιο που γελάει.
«Είναι η οικογένειά μας», λέει ντροπαλά.
Κάθομαι στο τραπέζι μαζί τους. Ο Νίκος γεμίζει τα ποτήρια με κρασί και κάνει πρόποση: «Στην οικογένεια – όπως κι αν είναι αυτή!»
Η ατμόσφαιρα είναι βαριά στην αρχή. Η Κατερίνα κάθεται δίπλα μου και μου ψιθυρίζει: «Δώσε μια ευκαιρία…»
Η Λία προσπαθεί να βοηθήσει στην κουζίνα, αλλά φαίνεται αμήχανη. Της λέω να καθίσει δίπλα μου.
«Λία…» ξεκινάω διστακτικά. «Ξέρω ότι δεν ήταν εύκολο για σένα όλο αυτό.»
Με κοιτάζει έκπληκτη. «Ούτε για σας ήταν…»
Για πρώτη φορά νιώθω ότι μιλάμε σαν άνθρωποι κι όχι σαν αντίπαλοι.
Ο Ααρών μας κοιτάζει με ανακούφιση.
Το απόγευμα περνάει πιο ήρεμα απ’ ό,τι περίμενα. Τα παιδιά παίζουν στην αυλή, ο Νίκος γελάει με τον Ααρών, η Κατερίνα μιλάει με τη Λία για σχολεία και καθημερινότητα.
Όταν όλοι φεύγουν κι εγώ μένω μόνη στην κουζίνα, σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι να αφήσεις πίσω σου τις προκαταλήψεις μιας ζωής. Πόσο εύκολα μπορείς να χάσεις τον άνθρωπό σου αν δεν κάνεις πίσω έστω λίγο.
Άραγε αξίζει να κρατάμε τόσο σφιχτά τις παλιές μας πεποιθήσεις; Ή μήπως η αγάπη της οικογένειας είναι πιο δυνατή από τον φόβο της αλλαγής;