«Γιατί δεν είσαι σαν την Ελένη;» – Μια βραδιά στην Αθήνα γεμάτη συγκρούσεις και αλήθειες

«Γιατί δεν είσαι σαν την Ελένη;» Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, παρόλο που έχουν περάσει ώρες από τότε που το είπε. Καθόμουν στην κουζίνα, μπροστά από το μισοτελειωμένο φαγητό, ενώ εκείνος στεκόταν όρθιος, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του. Τα μάτια του γεμάτα απογοήτευση, σχεδόν θυμό.

«Η Ελένη κάθε μέρα μαγειρεύει τρία φαγητά για τον Πέτρο και τα παιδιά τους. Εσύ ούτε μια φορά δεν έφτιαξες παστίτσιο όπως εκείνη», συνέχισε, χωρίς να καταλαβαίνει πόσο με πλήγωνε κάθε του λέξη.

Ήθελα να του φωνάξω πως δεν είμαι η Ελένη, πως δουλεύω κι εγώ όλη μέρα, πως προσπαθώ να κρατήσω το σπίτι μας ζωντανό με τον δικό μου τρόπο. Αντί γι’ αυτό, έσκυψα το κεφάλι και άρχισα να μαζεύω τα πιάτα. Η σιωπή ανάμεσά μας έγινε πιο βαριά κι από το μολύβι.

Όταν παντρευτήκαμε, πίστευα πως ο Νίκος με αγαπούσε γι’ αυτό που είμαι. Ήμουν η Μαρία του – η κοπέλα που γελούσε δυνατά στις βόλτες στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, που του έφτιαχνε καφέ τα πρωινά και του έγραφε μικρά σημειώματα αγάπης. Τώρα, όμως, νιώθω πως κάθε μέρα πρέπει να αποδεικνύω την αξία μου, να ανταγωνίζομαι μια γυναίκα που ούτε καν γνωρίζω καλά.

Το βράδυ εκείνο, μετά τον καβγά, ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοίταζα το ταβάνι. Άκουγα τη βροχή να χτυπάει τα τζάμια και σκεφτόμουν τη μάνα μου. Εκείνη πάντα έλεγε: «Μην αφήνεις κανέναν να σε κάνει να νιώθεις λίγη». Μα πώς να μην νιώσω λίγη όταν ο ίδιος μου ο άντρας με συγκρίνει;

Την επόμενη μέρα στη δουλειά ήμουν αφηρημένη. Η Κατερίνα, η συνάδελφός μου, με ρώτησε τι έχω. Της τα είπα όλα – για την Ελένη, για το παστίτσιο, για τα λόγια του Νίκου. Με άκουσε προσεκτικά και μετά χαμογέλασε πικρά.

«Κι εμένα ο δικός μου με συγκρίνει με τη μάνα του», είπε. «Πάντα υπάρχει κάποια άλλη που κάνει κάτι καλύτερα. Αλλά ξέρεις τι; Δεν είμαστε εδώ για να γίνουμε αντίγραφα κανενός.»

Τα λόγια της με ανακούφισαν λίγο, αλλά το βάρος στην καρδιά μου παρέμενε. Το απόγευμα, πήγα στη λαϊκή της γειτονιάς μας. Οι μυρωδιές από τα φρέσκα λαχανικά και τα φρούτα με γύρισαν πίσω στα παιδικά μου χρόνια, τότε που η μαμά μου μαγείρευε απλά φαγητά αλλά γεμάτα αγάπη.

Γύρισα σπίτι αποφασισμένη να μιλήσω στον Νίκο. Τον βρήκα στο σαλόνι να βλέπει ποδόσφαιρο.

«Νίκο, θέλω να σου πω κάτι», ξεκίνησα διστακτικά.

Γύρισε και με κοίταξε χωρίς να πει λέξη.

«Δεν είμαι η Ελένη. Δεν θα γίνω ποτέ η Ελένη. Αν θέλεις κάποιον που να μαγειρεύει σαν εκείνη ή να φέρεται όπως εκείνη, τότε ίσως δεν είμαι εγώ αυτή που θέλεις δίπλα σου.»

Σηκώθηκε από τον καναπέ και ήρθε κοντά μου. Για μια στιγμή νόμιζα πως θα με αγκαλιάσει, αλλά απλώς έμεινε να με κοιτάζει.

«Δεν το εννοούσα έτσι», είπε τελικά. «Απλά… Θέλω να νιώθω ότι νοιάζεσαι.»

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.

«Νοιάζομαι κάθε μέρα. Αλλά δεν μπορώ να ζω στη σκιά μιας άλλης γυναίκας.»

Η συζήτηση έμεινε μετέωρη ανάμεσά μας. Εκείνος πήγε στο μπαλκόνι για τσιγάρο κι εγώ έμεινα μόνη στην κουζίνα, να σκουπίζω τα μάτια μου και να αναρωτιέμαι αν άξιζε όλη αυτή η προσπάθεια.

Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε και οι δύο να κάνουμε μικρά βήματα προς τον άλλον. Ο Νίκος άρχισε να βοηθάει περισσότερο στο σπίτι – έστρωνε το τραπέζι, έβαζε πλυντήριο, ακόμα και ψώνια έκανε μια φορά μόνος του. Εγώ προσπάθησα να φτιάξω ένα φαγητό που ήξερα ότι του άρεσε πολύ – γεμιστά όπως τα έκανε η γιαγιά του.

Το βράδυ εκείνο κάτσαμε μαζί στο τραπέζι. Δεν ήταν τέλεια τα γεμιστά – λίγο παραπάνω αλάτι, λίγο λιγότερο ρύζι – αλλά ο Νίκος χαμογέλασε.

«Είναι ωραία», είπε απλά.

Κοιταχτήκαμε για λίγο σιωπηλοί. Ήξερα πως τίποτα δεν θα λυνόταν από τη μια μέρα στην άλλη. Οι πληγές μένουν, οι λέξεις δεν ξεχνιούνται εύκολα. Αλλά ίσως αυτό το μικρό χαμόγελο ήταν μια αρχή.

Την Κυριακή πήγαμε για καφέ με τον Πέτρο και την Ελένη. Τους παρατηρούσα διακριτικά – η Ελένη ήταν όντως ευγενική, χαμογελαστή, πάντα περιποιημένη. Όμως όταν ο Πέτρος της έκανε ένα σχόλιο για το φαγητό της μπροστά σε όλους («Πάλι φακές;»), είδα στα μάτια της μια σκιά λύπης που μόνο εγώ κατάλαβα.

Στο δρόμο της επιστροφής ο Νίκος ήταν σιωπηλός. Κάποια στιγμή είπε:

«Ξέρεις… Μερικές φορές νομίζουμε ότι οι άλλοι τα κάνουν όλα τέλεια. Αλλά τελικά όλοι έχουμε τα δικά μας.»

Δεν απάντησα. Απλά του έπιασα το χέρι.

Τώρα πια ξέρω ότι δεν χρειάζεται να μοιάσω σε καμία Ελένη για να αξίζω αγάπη και σεβασμό. Κάθε οικογένεια έχει τις δικές της δυσκολίες, τις δικές της μικρές νίκες και ήττες.

Αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες νιώθουν σαν εμένα; Πόσοι άντρες καταλαβαίνουν πόσο πληγώνουν οι συγκρίσεις; Μήπως τελικά η ευτυχία κρύβεται στα ατελή γεμιστά και στα μικρά χαμόγελα μετά από έναν καβγά;