Το τελευταίο μου αίτημα πριν από το τέλος: Να δω τον σκύλο μου, αλλά αυτό που συνέβη τα άλλαξε όλα…
«Μαμά, δεν θέλω να πεθάνω. Δεν ήμουν ποτέ κακός άνθρωπος…» ψιθύρισα, κοιτώντας το ταβάνι του κελιού μου. Η φωνή μου έσπασε, λες και κάθε λέξη έβγαινε μέσα από τα σπασμένα μου πλευρά. Ο φύλακας, ο κύριος Σταύρος, στάθηκε έξω από τα κάγκελα, με το βλέμμα του καρφωμένο στο πάτωμα. «Γιάννη, ήρθε η ώρα. Έχεις κάποιο τελευταίο αίτημα;» ρώτησε, με μια φωνή που προσπαθούσε να κρύψει τη συμπόνια του.
«Θέλω να δω τον Άρη. Μόνο αυτό. Να τον αγκαλιάσω για τελευταία φορά.»
Ο Σταύρος έγνεψε αργά. «Θα το κανονίσω. Αλλά πρέπει να ξέρεις… η μητέρα σου δεν ήρθε. Ούτε ο αδερφός σου.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Η μητέρα μου, η κυρία Ελένη, δεν άντεχε να με δει έτσι. Ο αδερφός μου, ο Μανώλης, δεν μου είχε μιλήσει από τότε που με κατηγόρησαν για εκείνο το έγκλημα. Ήξερα πως δεν με πίστευε. Ήξερα πως η οικογένειά μου είχε διαλυθεί εξαιτίας μου, ή μάλλον, εξαιτίας όσων με κατηγόρησαν πως έκανα.
Η ιστορία μου δεν είναι απλή. Μεγάλωσα σε μια γειτονιά της Αθήνας, στα Πετράλωνα. Ο πατέρας μου πέθανε νωρίς, και η μάνα μου πάλευε να μας μεγαλώσει. Ο Μανώλης ήταν πάντα ο καλός, ο υπεύθυνος. Εγώ ήμουν ο ονειροπόλος, ο αφελής, αυτός που έμπλεκε με λάθος παρέες. Όταν γνώρισα τη Μαρία, νόμιζα πως όλα θα άλλαζαν. Αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια για μένα.
«Γιάννη, πρέπει να φύγεις από εδώ. Δεν σου κάνει καλό αυτή η παρέα,» μου έλεγε η μάνα μου κάθε βράδυ. «Δεν με καταλαβαίνεις, μάνα! Δεν είμαι σαν τον Μανώλη!» της φώναζα, και έφευγα χτυπώντας την πόρτα. Εκείνο το βράδυ που έγινε το κακό, ήμουν με τον Πέτρο και τον Νίκο. Δεν ήξερα τι είχαν στο μυαλό τους. Όταν μπήκαν στο μαγαζί, εγώ έμεινα έξω. Άκουσα φωνές, μετά πυροβολισμούς. Έτρεξα, αλλά ήταν αργά. Με έπιασαν μαζί τους. Κανείς δεν πίστεψε πως ήμουν αθώος. Ούτε καν ο αδερφός μου.
Τα χρόνια στη φυλακή ήταν ατελείωτα. Ο μόνος που με επισκεπτόταν ήταν ο Σταύρος, ο φύλακας, και ο Άρης, ο σκύλος που είχα βρει κουτάβι στα σκουπίδια. Ο Άρης ήταν το φως μου. Κάθε φορά που τον έβλεπα, ξεχνούσα τα πάντα. Έγλυφε τα χέρια μου, κουνούσε την ουρά του, σαν να μου έλεγε: «Εγώ σε πιστεύω.»
Τώρα, το τέλος πλησίαζε. Το μόνο που ήθελα ήταν να τον δω. Να νιώσω έστω για λίγο πως κάποιος με αγαπάει ακόμα. Ο Σταύρος επέστρεψε μετά από λίγο. «Ο Άρης είναι εδώ. Θέλεις να τον δεις τώρα;»
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Με οδήγησαν σε ένα μικρό δωμάτιο, με ένα παράθυρο που έβλεπε στον αυλόγυρο. Ο Άρης με περίμενε εκεί, με τα μεγάλα του μάτια γεμάτα λαχτάρα. Μόλις με είδε, άρχισε να κλαίει και να πηδάει πάνω μου. Τον αγκάλιασα σφιχτά. «Συγγνώμη, Άρη. Συγγνώμη για όλα.»
Ξαφνικά, άκουσα φωνές από τον διάδρομο. Η πόρτα άνοιξε απότομα και μπήκε μέσα ο Μανώλης. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, τα μάτια του κόκκινα. «Γιάννη…» ψιθύρισε. «Ήρθα. Δεν μπορούσα να σε αφήσω έτσι.»
Έμεινα να τον κοιτάζω άφωνος. «Γιατί τώρα;»
«Γιατί… γιατί έμαθα την αλήθεια. Ο Πέτρος ομολόγησε. Είπε ότι ήσουν αθώος. Ότι δεν ήξερες τίποτα. Ήρθα να σου ζητήσω συγγνώμη…»
Ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται. Ο Άρης με κοιτούσε, σαν να καταλάβαινε. Ο Σταύρος έσκυψε το κεφάλι. «Θα το πω στον διευθυντή. Ίσως… ίσως να μην είναι αργά.»
Οι επόμενες ώρες ήταν βασανιστικές. Η ελπίδα και ο φόβος πάλευαν μέσα μου. Ο Μανώλης καθόταν δίπλα μου, κρατώντας το χέρι μου. «Συγγνώμη, αδερφέ. Σε άφησα μόνο σου όταν με χρειαζόσουν.»
«Δεν πειράζει, Μανώλη. Αρκεί που είσαι εδώ τώρα.»
Η μάνα μου ήρθε το βράδυ. Έπεσε στην αγκαλιά μου, κλαίγοντας. «Παιδί μου, ήξερα πως δεν θα μπορούσες ποτέ να κάνεις κάτι τέτοιο. Συγγνώμη που δεν ήμουν εδώ.»
«Μάνα, σε αγαπάω. Ό,τι κι αν γίνει, να ξέρεις πως σε αγαπάω.»
Τελικά, το δικαστήριο αποφάσισε να επανεξετάσει την υπόθεσή μου. Ο Άρης ήταν πάντα δίπλα μου, σαν να με προστάτευε. Οι μέρες περνούσαν αργά, γεμάτες αγωνία. Ο Μανώλης και η μάνα μου ερχόντουσαν κάθε μέρα. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωθα ξανά οικογένεια.
Όταν βγήκε η απόφαση, ήμουν ελεύθερος. Ο κόσμος έξω ήταν διαφορετικός, αλλά ο Άρης ήταν ακόμα εκεί. Τον πήρα αγκαλιά και περπατήσαμε μαζί στους δρόμους των Πετραλώνων. Η ζωή μου είχε αλλάξει για πάντα.
Τώρα, κάθε φορά που κοιτάζω τον Άρη, αναρωτιέμαι: Πόσοι άνθρωποι μένουν μόνοι, χωρίς να τους πιστεύει κανείς; Πόσες οικογένειες διαλύονται από ένα ψέμα; Εσείς τι θα κάνατε αν ήσασταν στη θέση μου;