Πέντε χρόνια στη σκιά: Πώς έψαχνα την κόρη μου, τη Λέιλα
«Μαμά, θα γυρίσω νωρίς, στο υπόσχομαι!» Η φωνή της Λέιλας αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, πέντε χρόνια μετά. Ήταν βράδυ, τέλη Οκτώβρη, όταν έφυγε από το σπίτι μας στην Καλλιθέα, κρατώντας το παλιό της σακίδιο και φορώντας εκείνο το κόκκινο μπουφάν που της είχα αγοράσει πέρυσι. Δεν ήξερα τότε πως αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα την έβλεπα. Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή μου έγινε μια ατελείωτη αναμονή, μια διαρκής πάλη με τον εαυτό μου, τους ανθρώπους γύρω μου, και το ίδιο το σύστημα που υποτίθεται πως προστατεύει τα παιδιά μας.
«Μαρία, μην ανησυχείς, είναι μεγάλη πια, θα γυρίσει», μου είπε ο άντρας μου, ο Νίκος, προσπαθώντας να με καθησυχάσει. Αλλά εγώ ήξερα. Ήξερα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Η Λέιλα δεν ήταν ποτέ το παιδί που θα εξαφανιζόταν χωρίς να πει τίποτα. Πάντα με φιλούσε στο μάγουλο πριν φύγει, πάντα μου έστελνε μήνυμα όταν έφτανε κάπου. Εκείνο το βράδυ, όμως, το τηλέφωνό της έμεινε σιωπηλό. Και η σιωπή αυτή έγινε η μόνιμη συντροφιά μου.
Την επόμενη μέρα, πήγα στο αστυνομικό τμήμα. «Είναι ενήλικη, κυρία Μαρία. Ίσως ήθελε να φύγει για λίγο», μου είπε ο αστυνομικός, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια. Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Πώς γίνεται να είναι τόσο αδιάφοροι; Πώς γίνεται να μην καταλαβαίνουν ότι η κόρη μου δεν θα το έκανε ποτέ αυτό; «Σας παρακαλώ, βοηθήστε με. Κάτι της έχει συμβεί», φώναξα, αλλά το μόνο που πήρα ήταν ένα αδιάφορο βλέμμα και μια υπόσχεση πως θα με ενημερώσουν αν μάθουν κάτι.
Οι μέρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Ο Νίκος προσπαθούσε να κρατήσει την ψυχραιμία του, αλλά εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι το χειρότερο. Οι φίλοι της Λέιλας απέφευγαν να μου μιλήσουν. Η γειτονιά άρχισε να ψιθυρίζει. «Κάτι θα έκανε το κορίτσι», «Μήπως είχε μπλέξει με κανέναν;» Οι φήμες μεγάλωναν, και μαζί τους η ντροπή και η ενοχή μου. Μήπως έφταιγα εγώ; Μήπως δεν ήμουν αρκετά καλή μητέρα;
Ένα βράδυ, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Άννα, η καλύτερη φίλη της Λέιλας. «Κυρία Μαρία, πρέπει να σας πω κάτι… Η Λέιλα είχε γνωρίσει έναν τύπο, τον Γιώργο, από το Περιστέρι. Ήταν μεγαλύτερός της, και… δεν μου άρεσε καθόλου. Την πίεζε να φύγουν μαζί για να ζήσουν μόνοι τους. Εκείνο το βράδυ, μου είπε ότι θα πήγαιναν στο σπίτι του.» Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Γιατί δεν μου το είχε πει ποτέ η Λέιλα; Γιατί δεν με εμπιστεύτηκε;
Την επόμενη μέρα, πήγα ξανά στην αστυνομία. Αυτή τη φορά, ήμουν πιο αποφασισμένη. «Ο Γιώργος από το Περιστέρι. Ψάξτε τον! Κάτι της έχει κάνει!» Ο αστυνομικός με κοίταξε με οίκτο. «Δεν έχουμε αποδείξεις, κυρία Μαρία. Αν μάθουμε κάτι, θα σας ενημερώσουμε.» Ένιωσα να βουλιάζω σε μια θάλασσα αδιαφορίας. Κανείς δεν ήθελε να βοηθήσει. Κανείς δεν ήθελε να ακούσει.
Οι μήνες περνούσαν. Ο Νίκος βυθίστηκε στη δουλειά του, προσπαθώντας να ξεχάσει. Εγώ, όμως, δεν μπορούσα να ξεχάσω. Κάθε μέρα περπατούσα στους δρόμους της Αθήνας, κολλούσα αφίσες με τη φωτογραφία της Λέιλας, ρωτούσα περαστικούς, έψαχνα στα νοσοκομεία και στα αστυνομικά τμήματα. Κάποιοι με κοιτούσαν με συμπόνια, άλλοι με απορία, άλλοι με καχυποψία. «Μήπως το κορίτσι δεν ήθελε να γυρίσει;» με ρωτούσαν. Κάθε τέτοια ερώτηση ήταν μαχαίρι στην καρδιά μου.
Ένα βράδυ, καθώς κολλούσα άλλη μια αφίσα στη στάση του λεωφορείου, με πλησίασε μια ηλικιωμένη γυναίκα. «Την είδα τη μικρή σου, πριν λίγες μέρες, στην Ομόνοια. Ήταν με έναν άντρα, φαινόταν φοβισμένη.» Η ελπίδα ξαναγεννήθηκε μέσα μου. Έτρεξα στην Ομόνοια, ρώτησα παντού, έδειξα τη φωτογραφία της. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Η αστυνομία, πάλι, αδιάφορη. «Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι χωρίς στοιχεία.»
Οι φίλοι μας άρχισαν να απομακρύνονται. Κανείς δεν ήθελε να μπλέξει. Η οικογένειά μου διαλυόταν. Ο Νίκος με κατηγορούσε πως δεν άφηνα το παρελθόν να φύγει. «Πρέπει να συνεχίσουμε τη ζωή μας, Μαρία. Η Λέιλα… ίσως δεν θέλει να γυρίσει.» Τον μισούσα γι’ αυτό. Πώς μπορούσε να το πει; Πώς μπορούσε να παραιτηθεί;
Ένα βράδυ, βρήκα τον Γιώργο. Τον είχα ακολουθήσει από το facebook, είχα βρει τη διεύθυνσή του. Πήγα στο σπίτι του, χτύπησα το κουδούνι. «Τι θέλετε;» με ρώτησε ψυχρά. «Πού είναι η Λέιλα; Τι της έκανες;» φώναξα. «Δεν ξέρω τίποτα. Με άφησε πριν μήνες. Δεν είμαι υποχρεωμένος να σας πω τίποτα.» Έκλεισε την πόρτα στα μούτρα μου. Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν. Έπεσα στο πεζοδρόμιο και έκλαψα σαν μικρό παιδί.
Οι μέρες έγιναν μήνες, οι μήνες χρόνια. Η ζωή μου σταμάτησε εκείνο το βράδυ του Οκτώβρη. Κάθε μέρα ξυπνάω με την ελπίδα πως θα χτυπήσει το τηλέφωνο, πως θα ακούσω τη φωνή της. Κάθε βράδυ κοιμάμαι με την ενοχή πως δεν έκανα αρκετά, πως κάπου απέτυχα. Οι γείτονες με αποφεύγουν, οι φίλοι χάθηκαν. Μόνο εγώ και η φωτογραφία της Λέιλας στο κομοδίνο. «Γύρνα πίσω, σε παρακαλώ…» ψιθυρίζω κάθε βράδυ.
Πριν λίγες μέρες, ήρθε μια ανώνυμη επιστολή. «Η Λέιλα ζει. Μην ψάχνεις άλλο.» Τα χέρια μου έτρεμαν καθώς διάβαζα τα λόγια αυτά. Ήταν αλήθεια; Ήταν κάποιος κακόγουστος αστεϊσμός; Πήγα στην αστυνομία, τους έδειξα το γράμμα. «Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», μου είπαν ξανά. Η αδιαφορία τους με τρελαίνει. Πώς γίνεται να μην ενδιαφέρεται κανείς για ένα παιδί που χάθηκε;
Κάθε μέρα περπατάω στους δρόμους, κοιτάζω τα πρόσωπα των κοριτσιών που περνούν. Μήπως είναι εκείνη; Μήπως θα τη δω ξαφνικά μπροστά μου; Η ελπίδα με κρατάει ζωντανή, αλλά και με σκοτώνει λίγο λίγο. Ο Νίκος έχει φύγει πια. Δεν άντεξε άλλο. Μείναμε μόνοι, εγώ και οι αναμνήσεις.
Συχνά αναρωτιέμαι: Τι θα έκανα αν την έβλεπα ξανά; Θα με συγχωρούσε; Θα μπορούσα να τη συγχωρήσω εγώ που δεν την προστάτεψα; Πόσο εύκολο είναι να χαθεί ένας άνθρωπος στην Ελλάδα του σήμερα; Και πόσο δύσκολο να βρεις δικαιοσύνη, όταν όλοι γύρω σου σιωπούν;
Πείτε μου, εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα σταματούσατε ποτέ να ψάχνετε; Ή μήπως η ελπίδα είναι το μόνο που μας κρατάει ζωντανούς;