Κάθε μέρα ξαναμαγειρεύω, γιατί ο Νίκος αρνείται τα περισσεύματα: Πώς να βγω από αυτόν τον φαύλο κύκλο;

«Ελένη, πάλι το ίδιο φαγητό; Δεν σου είπα ότι δεν μπορώ να φάω τα χθεσινά;» Η φωνή του Νίκου αντηχεί στην κουζίνα, γεμάτη απογοήτευση και μια δόση θυμού. Κοιτάζω το πιάτο με τα γεμιστά που έφτιαξα χθες, ελπίζοντας πως ίσως σήμερα θα δεχτεί να τα φάει. Αλλά όχι. Ο Νίκος είναι αμετακίνητος. Πάντα ήταν. Από τότε που τον γνώρισα, είχε αυτή την εμμονή με το φρέσκο φαγητό. Στην αρχή το έβρισκα χαριτωμένο, μια ιδιοτροπία που θα περνούσε. Τώρα, μετά από δέκα χρόνια γάμου, νιώθω πως με πνίγει.

«Νίκο, δεν προλαβαίνω κάθε μέρα να μαγειρεύω καινούργιο φαγητό. Δουλεύω κι εγώ, δεν είμαι μόνο νοικοκυρά!» του απαντώ, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Εκείνος σηκώνει τους ώμους, παίρνει το σακάκι του και φεύγει για τη δουλειά χωρίς να πει άλλη κουβέντα. Η πόρτα κλείνει με δύναμη πίσω του και εγώ μένω μόνη, με το στομάχι σφιγμένο και το μυαλό γεμάτο ερωτήματα.

Η μέρα μου ξεκινάει πάντα νωρίς. Σηκώνομαι πριν ξημερώσει, για να προλάβω να ετοιμάσω ζεστό πρωινό. Αυγά μάτια, φρέσκο ψωμί, καφές. Ο Νίκος δεν θέλει τίποτα από το ψυγείο, τίποτα που να έχει μείνει από χθες. Ακόμα και το γάλα πρέπει να είναι ανοιγμένο εκείνη τη στιγμή. Όταν τελειώνω, τρέχω να ετοιμαστώ για τη δουλειά. Είμαι γραμματέας σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο στο Περιστέρι. Οι ώρες είναι πολλές, το αφεντικό απαιτητικό, αλλά τουλάχιστον εκεί νιώθω ότι με σέβονται. Όταν σχολάω, τρέχω στο σούπερ μάρκετ, μετά στο σπίτι, και ξεκινάω να μαγειρεύω ξανά. Κάθε μέρα. Κάθε βράδυ. Κάθε φορά που ανοίγω το ψυγείο και βλέπω τα τάπερ με τα περισσεύματα, νιώθω μια ήττα, μια αποτυχία. Δεν μπορώ να τα πετάξω, αλλά ούτε και να τα φάμε.

Η μητέρα μου, η κυρία Μαρία, με παίρνει συχνά τηλέφωνο. «Ελένη, παιδί μου, γιατί δεν του λες να φάει ό,τι υπάρχει; Στην εποχή μας δεν πετούσαμε τίποτα!» μου λέει με παράπονο. Της εξηγώ, ξανά και ξανά, πως ο Νίκος δεν αλλάζει. Εκείνη αναστενάζει. «Κάτι πρέπει να κάνεις, δεν μπορείς να ζεις έτσι. Θα αρρωστήσεις.»

Το βράδυ, όταν ο Νίκος γυρίζει, το σπίτι είναι γεμάτο μυρωδιές. Σήμερα έφτιαξα παστίτσιο, το αγαπημένο του. Κάθομαι απέναντί του στο τραπέζι και τον παρατηρώ. Τρώει αργά, χωρίς να μιλάει. Ξαφνικά, αφήνει το πιρούνι και με κοιτάζει. «Ελένη, γιατί είσαι έτσι τελευταία; Σαν να έχεις νεύρα συνέχεια.»

«Νίκο, κουράστηκα. Δεν αντέχω άλλο να μαγειρεύω κάθε μέρα από την αρχή. Δεν είναι φυσιολογικό αυτό. Όλες οι φίλες μου κρατάνε φαγητό για δύο και τρεις μέρες. Μόνο εγώ πρέπει να πετάω τον χρόνο και τα λεφτά μου;»

Σηκώνει το φρύδι. «Αν δεν σου αρέσει, να μην το κάνεις. Αλλά εγώ δεν θα φάω χθεσινό. Έτσι μεγάλωσα.»

«Κι εγώ μεγάλωσα με περισσεύματα, Νίκο. Δεν πέθανα!» του φωνάζω, και η φωνή μου σπάει. Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Εκείνος σηκώνεται, παίρνει το πιάτο του και το αφήνει στον νεροχύτη. «Δεν καταλαβαίνεις, Ελένη. Δεν είναι θέμα πολυτέλειας, είναι θέμα αρχής.»

Όταν μένω μόνη, κάθομαι στον καναπέ και σκέφτομαι τη ζωή μου. Πώς έφτασα εδώ; Πώς έγινε το μαγείρεμα το κέντρο της ύπαρξής μου; Θυμάμαι τα όνειρά μου, όταν ήμουν φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη. Ήθελα να ταξιδέψω, να γνωρίσω κόσμο, να ζήσω ελεύθερη. Τώρα, νιώθω φυλακισμένη σε μια κουζίνα, με μια κατσαρόλα στο χέρι και μια μόνιμη ανησυχία στο μυαλό.

Η αδερφή μου, η Σοφία, έρχεται ένα απόγευμα για καφέ. «Ελένη, δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι. Πρέπει να του μιλήσεις σοβαρά. Ή να βρεις έναν τρόπο να κάνεις αυτό που θέλεις εσύ.»

«Κι αν φύγει;» τη ρωτάω, με φωνή που τρέμει.

«Κι αν μείνεις εσύ έτσι;» μου απαντάει. «Ποιος θα σε φροντίσει όταν εσύ δεν θα μπορείς άλλο;»

Τα λόγια της με στοιχειώνουν. Το ίδιο βράδυ, αποφασίζω να κάνω κάτι διαφορετικό. Δεν μαγειρεύω. Αφήνω τα περισσεύματα στο τραπέζι και κάθομαι να διαβάσω ένα βιβλίο. Όταν ο Νίκος γυρίζει, με κοιτάζει απορημένος.

«Τι έγινε; Δεν έχει φαγητό;»

«Έχει. Τα γεμιστά από χθες. Αν πεινάς, φάε. Αν όχι, μπορείς να παραγγείλεις.»

Με κοιτάζει για λίγα δευτερόλεπτα, θυμωμένος. «Δεν το πιστεύω αυτό που κάνεις.»

«Ούτε εγώ πιστεύω ότι ζω έτσι τόσα χρόνια.»

Φεύγει από το σπίτι, χτυπώντας την πόρτα. Κάθομαι μόνη, με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Δεν ξέρω αν έκανα το σωστό. Ίσως αύριο να μετανιώσω. Αλλά για πρώτη φορά νιώθω ότι διεκδίκησα κάτι για μένα.

Τις επόμενες μέρες, ο Νίκος είναι ψυχρός. Δεν μιλάμε πολύ. Εγώ συνεχίζω να μην μαγειρεύω κάθε μέρα. Τρώω τα περισσεύματα, φτιάχνω κάτι απλό για μένα. Εκείνος παραγγέλνει ή φεύγει για να φάει έξω. Η ένταση στο σπίτι είναι αφόρητη. Η μητέρα μου ανησυχεί, η Σοφία με στηρίζει. Οι φίλες μου με ρωτούν αν θα αντέξω.

Ένα βράδυ, ο Νίκος γυρίζει αργά. Κάθεται δίπλα μου στον καναπέ. «Ελένη, δεν θέλω να τσακωνόμαστε. Αλλά δεν μπορώ να αλλάξω. Έτσι έμαθα.»

«Κι εγώ δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι, Νίκο. Δεν είναι ζωή αυτή. Δεν είμαι μόνο για να μαγειρεύω. Θέλω να ζήσω κι εγώ.»

Με κοιτάζει σιωπηλός. Για πρώτη φορά, βλέπω στα μάτια του μια αμφιβολία, μια θλίψη. «Δεν ξέρω τι να κάνουμε.»

«Ούτε εγώ. Αλλά πρέπει να βρούμε μια λύση. Μαζί.»

Η ιστορία μου δεν έχει εύκολο τέλος. Κάθε μέρα είναι μια μάχη. Άλλες φορές νικάω εγώ, άλλες φορές ο Νίκος. Αλλά τουλάχιστον τώρα μιλάμε. Ίσως αυτό να είναι η αρχή.

Αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες ζουν έτσι, παγιδευμένες σε ρόλους που δεν διάλεξαν; Πόσοι άντρες αρνούνται να αλλάξουν, γιατί φοβούνται να χάσουν τον έλεγχο; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;