«Πεινάω, μαμά…» – Ο αγώνας μιας Ελληνίδας με τη βία στην οικογένεια και η αναζήτηση ελπίδας
«Πεινάω, μαμά…» ψιθύρισα, με τη φωνή μου να τρέμει από το κρύο και την αγωνία. Η μητέρα μου, η Ελένη, γύρισε απότομα και με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή, ασήμαντη, ανεπιθύμητη. «Πάλι πεινάς; Δεν ντρέπεσαι; Όλη μέρα κάθεσαι και ζητάς!» φώναξε, και πριν προλάβω να απαντήσω, το χέρι της βρήκε το μάγουλό μου. Το χαστούκι αντήχησε στο μικρό μας διαμέρισμα στα Πατήσια, πιο δυνατό κι από το γουργουρητό της πείνας μου.
Έμεινα ακίνητη, με τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Ήξερα πως αν μιλούσα, θα ακολουθούσε κι άλλο. Ο πατέρας μου, ο Γιώργος, δούλευε νύχτες σε ένα εργοστάσιο και όταν ήταν σπίτι, ήταν πάντα κουρασμένος ή θυμωμένος. Ποτέ δεν ανακατευόταν. «Μην την ενοχλείς τη μάνα σου, έχει τα δικά της», έλεγε. Κι εγώ, η Μαρία, έμαθα να σιωπώ, να κρύβω τα σημάδια, να προσποιούμαι στο σχολείο πως όλα είναι καλά.
Το ψυγείο μας ήταν σχεδόν πάντα άδειο. Η μητέρα μου έλεγε πως δεν έχουμε λεφτά, αλλά εγώ την έβλεπα να καπνίζει νευρικά το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, να μιλάει στο τηλέφωνο με τη θεία Κατερίνα για τα «χρέη» και τα «προβλήματα». Κάποιες φορές, όταν έλειπε, έψαχνα στα ντουλάπια για ξεχασμένα παξιμάδια ή μια κουταλιά ζάχαρη. Ένιωθα ντροπή που έκλεβα από το ίδιο μου το σπίτι, αλλά η πείνα ήταν πιο δυνατή από την ενοχή.
Στο σχολείο, η δασκάλα μου, η κυρία Σοφία, με ρώτησε μια μέρα γιατί είμαι τόσο αδύνατη και γιατί έχω μελανιές στα χέρια. «Έπεσα από το ποδήλατο», απάντησα γρήγορα. Δεν ήθελα να μπλέξω τη μητέρα μου, δεν ήθελα να γίνω βάρος. Όμως, κάθε βράδυ, όταν ξάπλωνα στο στενό μου κρεβάτι, αναρωτιόμουν αν υπάρχει κάποιος που θα με ακούσει, που θα με βοηθήσει.
Ένα βράδυ, άκουσα τους γονείς μου να τσακώνονται. Η φωνή της μητέρας μου ήταν γεμάτη θυμό: «Δεν αντέχω άλλο! Όλα πάνω μου! Η Μαρία όλο ζητάει, όλο παραπονιέται!» Ο πατέρας μου απάντησε κουρασμένα: «Κι εγώ τι να κάνω; Να δουλεύω μέρα-νύχτα για να ταΐζω στόματα που δεν εκτιμούν τίποτα;» Ένιωσα να πνίγομαι. Ήμουν το βάρος τους, η αιτία της δυστυχίας τους. Έσφιξα τα δόντια μου και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα γίνω αόρατη, πως δεν θα ζητήσω τίποτα ξανά.
Οι μέρες περνούσαν αργά. Στο σχολείο, οι συμμαθητές μου μιλούσαν για τα Χριστούγεννα που πλησίαζαν, για τα δώρα και τα γλυκά. Εγώ ήξερα πως στο σπίτι μας δεν θα υπήρχε τίποτα απ’ αυτά. Ένα απόγευμα, η φίλη μου η Άννα με κάλεσε σπίτι της. Η μητέρα της, η κυρία Μαρίνα, με κέρασε ζεστή σοκολάτα και κουλουράκια. Ένιωσα μια ζεστασιά που είχα ξεχάσει πως υπάρχει. Όταν γύρισα σπίτι, η μητέρα μου με περίμενε στην πόρτα. «Πού ήσουν; Με ποια ήσουν;» φώναξε. Προσπάθησα να της εξηγήσω, αλλά δεν με άκουγε. «Να μην ξαναπάς! Δεν θέλω να μπλέκεις με ξένους!» είπε και με έσπρωξε στο δωμάτιό μου.
Τα βράδια, άκουγα τη βροχή να χτυπάει τα τζάμια και ονειρευόμουν μια άλλη ζωή. Μια ζωή όπου η μητέρα μου θα με αγκάλιαζε, θα μου έλεγε πως με αγαπάει, πως όλα θα πάνε καλά. Αλλά κάθε πρωί ξυπνούσα στην ίδια πραγματικότητα. Μια μέρα, δεν άντεξα άλλο. Πήγα στη δασκάλα μου και της είπα την αλήθεια. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. «Μαρία, δεν είσαι μόνη σου. Θα σε βοηθήσουμε», μου είπε και με πήρε αγκαλιά.
Ακολούθησαν δύσκολες μέρες. Η κοινωνική λειτουργός ήρθε στο σπίτι μας. Η μητέρα μου θύμωσε, με κατηγόρησε πως την πρόδωσα. «Εσύ φταις για όλα!» φώναξε. Ο πατέρας μου δεν είπε τίποτα. Ένιωθα μόνη, αλλά για πρώτη φορά, κάποιος με άκουγε. Με μετέφεραν σε ένα ξενώνα για παιδιά. Εκεί γνώρισα άλλα παιδιά με παρόμοιες ιστορίες. Δεν ήμουν πια η μόνη. Η κυρία Ειρήνη, η ψυχολόγος, με βοήθησε να μιλήσω για όσα ένιωθα, για τον φόβο, την ντροπή, την ελπίδα.
Τα χρόνια πέρασαν. Σήμερα είμαι 23 χρονών. Σπουδάζω κοινωνική λειτουργός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Θέλω να βοηθήσω παιδιά σαν κι εμένα, να τους δείξω πως υπάρχει διέξοδος, πως η αγάπη δεν είναι χαστούκια και φωνές. Συχνά σκέφτομαι τη μητέρα μου. Δεν την έχω συγχωρέσει, αλλά προσπαθώ να καταλάβω. Ίσως κι εκείνη να ήταν κάποτε ένα παιδί που πεινούσε για αγάπη.
Αναρωτιέμαι: Πόσα παιδιά στην Ελλάδα ζουν ακόμα στη σιωπή και τον φόβο; Πόσοι από εμάς θα βρούμε το θάρρος να μιλήσουμε; Εσείς τι θα κάνατε αν ήσασταν στη θέση μου;