Η Εκδίκηση της κυρίας Ελένης: Ανάμεσα στην Πίκρα και τη Συγχώρεση

«Δεν ντρέπεστε, κυρία; Πόσες φορές θα σας το πω; Η ουρά είναι από την άλλη!»

Η φωνή του νεαρού υπαλλήλου, του Νίκου, αντήχησε σε όλο το σούπερ μάρκετ. Ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε. Όλοι γύρισαν και με κοίταξαν – η κυρία Ελένη, η χήρα του κυρίου Μανώλη, που πάντα κρατούσε το κεφάλι ψηλά στη γειτονιά. Τώρα στεκόμουν εκεί, ταπεινωμένη, με το καλάθι γεμάτο φρούτα και τα χέρια να τρέμουν.

«Συγγνώμη, παιδί μου… Δεν το κατάλαβα…» ψιθύρισα, αλλά εκείνος είχε ήδη γυρίσει την πλάτη του. Άκουσα μια κυρία να σχολιάζει: «Ε, πια, όλες οι γριές το ίδιο κάνουν…»

Βγήκα έξω σχεδόν τρέχοντας. Ο αέρας μύριζε βροχή και θυμό. Περπάτησα μέχρι το σπίτι μου, ένα παλιό διαμέρισμα στον Κολωνό, με τα βήματα βαριά. Όλη μέρα σκεφτόμουν τη σκηνή. Πώς τόλμησε; Εγώ που τόσα χρόνια βοηθούσα τη γειτονιά, που έδινα χαρτζιλίκι στα παιδιά του δρόμου…

Το βράδυ, καθώς έβραζα χαμομήλι, ο γιος μου ο Σταύρος με πήρε τηλέφωνο.

«Μάνα, τι έχεις; Η φωνή σου ακούγεται βαριά.»

«Τίποτα, παιδί μου. Μια μέρα δύσκολη…»

«Πάλι στο σούπερ μάρκετ πήγες; Σου έχω πει να παραγγέλνεις από το ίντερνετ!»

«Δεν είμαι ανήμπορη ακόμα!» του απάντησα απότομα. Κλείσαμε με βαριά σιωπή.

Όλη νύχτα στριφογύριζα στο κρεβάτι. Η προσβολή δεν έφευγε από το μυαλό μου. Την άλλη μέρα, πήγα στη φίλη μου τη Μαρία για καφέ.

«Ελένη, μην το αφήσεις έτσι! Να πας στον διευθυντή! Να τον κάνεις ρεζίλι!»

Η Μαρία πάντα ήξερε να ρίχνει λάδι στη φωτιά. Έτσι ξεκίνησε το σχέδιο. Θα πήγαινα στον διευθυντή, τον κύριο Παναγιώτη, και θα έλεγα πως ο Νίκος με έβρισε χειρότερα απ’ ό,τι έγινε. Θα ζητούσα να τον απολύσουν.

Την επόμενη μέρα, φόρεσα το καλό μου παλτό και πήγα στο σούπερ μάρκετ. Ο κύριος Παναγιώτης με υποδέχτηκε ευγενικά.

«Τι συμβαίνει, κυρία Ελένη;»

«Ο υπάλληλός σας, ο Νίκος… Με προσέβαλε μπροστά σε όλο τον κόσμο. Με είπε ανίκανη και γελοία!»

Ο Παναγιώτης συνοφρυώθηκε. «Σας ζητώ συγγνώμη εκ μέρους του καταστήματος. Θα μιλήσω αμέσως μαζί του.»

Έφυγα με ένα αίσθημα νίκης. Το ίδιο βράδυ όμως, άκουσα φωνές στην πολυκατοικία. Η μητέρα του Νίκου έμενε στον τρίτο όροφο.

«Μαμά, θα με διώξουν! Δεν έκανα τίποτα κακό! Απλώς της είπα να πάει στην ουρά!»

Η φωνή του Νίκου ήταν γεμάτη απόγνωση. Ξαφνικά ένιωσα ένα βάρος στο στήθος. Τι είχα κάνει;

Τις επόμενες μέρες, η γειτονιά βοούσε. «Η κυρία Ελένη έβαλε να διώξουν το παιδί της Μαρίας!» Άλλοι με υποστήριζαν, άλλοι με κοιτούσαν στραβά.

Ο Σταύρος ήρθε να με δει.

«Μάνα, τι έκανες; Ο Νίκος είναι φίλος του ανιψιού μου! Έχει άρρωστο πατέρα και δουλεύει για να τους ζήσει!»

Ένιωσα να καταρρέω. «Δεν ήξερα… Απλώς θύμωσα…»

«Ο θυμός δεν είναι δικαιολογία!» φώναξε ο Σταύρος και έφυγε χτυπώντας την πόρτα.

Έμεινα μόνη μου με τις τύψεις. Θυμήθηκα τον άντρα μου τον Μανώλη – πάντα έλεγε: «Η εκδίκηση είναι μαχαίρι δίκοπο». Πόσο δίκιο είχε…

Την επόμενη μέρα πήγα να βρω τον Νίκο. Τον βρήκα έξω από το μαγαζί, με σκυμμένο κεφάλι.

«Νίκο… Συγγνώμη παιδί μου. Ήμουν άδικη.»

Με κοίταξε με μάτια κόκκινα από το κλάμα.

«Δεν πειράζει, κυρία Ελένη… Απλώς φοβάμαι για τη δουλειά μου.»

Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει.

Γύρισα σπίτι και κάθισα στο παλιό τραπέζι της κουζίνας. Η μοναξιά ήταν πιο βαριά από ποτέ. Πόσες φορές στη ζωή μου είχα αφήσει τον θυμό να με οδηγήσει; Πόσους ανθρώπους είχα πληγώσει χωρίς λόγο;

Το βράδυ πήρα τηλέφωνο τον κύριο Παναγιώτη.

«Σας παρακαλώ… Μην διώξετε τον Νίκο. Ήταν δικό μου λάθος.»

Εκείνος αναστέναξε.

«Είναι δύσκολα τα πράγματα, κυρία Ελένη… Αλλά θα το σκεφτώ.»

Πέρασαν μέρες γεμάτες αγωνία. Ο Σταύρος δεν μου μιλούσε. Η Μαρία είχε θυμώσει που δεν συνέχισα την “εκδίκηση” μέχρι τέλους.

Μια Κυριακή πρωί, χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο Νίκος με μια σακούλα πορτοκάλια.

«Η μαμά μου είπε να σας τα φέρω… Για να μην κρατάτε κακία.»

Τον αγκάλιασα χωρίς να το σκεφτώ.

«Συγγνώμη για όλα…» ψιθύρισα.

Εκείνος χαμογέλασε διστακτικά.

Από τότε κάτι άλλαξε μέσα μου. Άρχισα να βοηθάω εθελοντικά στη γειτονιά – όχι για να αποδείξω κάτι, αλλά για να νιώσω ξανά άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους.

Ο Σταύρος ήρθε ένα βράδυ και με βρήκε να μαγειρεύω για τους άστεγους της πλατείας.

«Μάνα… Συγχώρεσέ με κι εσύ. Ήμουν σκληρός.»

Τον αγκάλιασα και έκλαψα σαν μικρό παιδί.

Τώρα πια ξέρω: η εκδίκηση αφήνει μόνο πίκρα και μοναξιά. Η συγχώρεση όμως μπορεί να γιατρέψει πληγές που ούτε καταλαβαίνουμε ότι έχουμε.

Αναρωτιέμαι: Πόσες φορές αφήσαμε τον εγωισμό μας να μας τυφλώσει; Μήπως τελικά η αληθινή δύναμη είναι να ζητάς συγγνώμη;