«Είπα ψέματα στην κόρη μου: Μόνο εσένα και το εγγόνι μου περιμένω σπίτι – τον γαμπρό μου δεν αντέχω»
«Μαμά, δεν αντέχω άλλο…» Η φωνή της Δώρας έσπαγε μέσα από το τηλέφωνο, σαν να έσπαζε και η καρδιά μου μαζί της. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, η βροχή χτυπούσε τα τζάμια του μικρού μας διαμερίσματος στην Καλλιθέα, κι εγώ καθόμουν στην κουζίνα, με το φως ανοιχτό, περιμένοντας κάτι που δεν ήξερα τι ήταν. Ίσως μια απάντηση, ίσως μια λύτρωση.
«Έλα, κορίτσι μου, τι έγινε;» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Από μέσα μου, όμως, ήξερα. Ήξερα πως ο Μανώλης, ο γαμπρός μου, είχε πάλι ξεσπάσει. Πόσες φορές να το αντέξει μια μάνα να βλέπει το παιδί της να πονάει;
«Μαμά, δεν θέλω να τον δω ξανά. Θέλω να έρθω σπίτι, μόνο εγώ και η μικρή. Σε παρακαλώ…»
Έκλεισα τα μάτια. Ένιωσα το βάρος των χρόνων, των λαθών, των σιωπών που είχα καταπιεί για χάρη της οικογένειας. Ο Μανώλης ποτέ δεν μου άρεσε. Από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα, κάτι μέσα μου φώναζε πως δεν ήταν για τη Δώρα. Ήταν σκληρός, απότομος, με μια αυστηρότητα που δεν ταίριαζε με το γέλιο της κόρης μου. Όμως, εκείνη τον αγάπησε. Και εγώ, όπως κάθε μάνα, έκανα πίσω. Για να μην τη χάσω.
«Έλα, αγάπη μου, εσείς οι δύο είστε πάντα ευπρόσδεκτες. Μόνο εσάς περιμένω», της είπα. Και εκείνη τη στιγμή, ήξερα πως είχα πει ψέματα. Γιατί δεν ήθελα τον Μανώλη στο σπίτι μου. Δεν τον άντεχα πια. Δεν άντεχα να βλέπω τη Δώρα να σβήνει, να μαραζώνει, να χάνει το φως της. Ούτε να βλέπω τη μικρή Ειρήνη να φοβάται τη φωνή του πατέρα της.
Το επόμενο πρωί, η Δώρα ήρθε με την Ειρήνη στην αγκαλιά της. Τα μάτια της πρησμένα, τα χείλη της σφιγμένα. Την αγκάλιασα, ένιωσα το σώμα της να τρέμει. Η μικρή χώθηκε στην αγκαλιά μου, ψιθυρίζοντας: «Γιαγιά, θα μείνουμε εδώ;»
«Όσο θέλεις, καρδούλα μου», της απάντησα, προσπαθώντας να κρύψω τα δάκρυά μου. Η Δώρα κάθισε στο τραπέζι, έβαλε το κεφάλι της στα χέρια της και άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Δεν ήξερα τι να πω. Δεν ήξερα αν έπρεπε να τη ρωτήσω τι έγινε ή απλώς να της δώσω χρόνο. Έφτιαξα καφέ, έβαλα λίγο γάλα για τη μικρή, και κάθισα απέναντί τους.
«Μαμά, φοβάμαι», μου είπε ξαφνικά η Δώρα. «Φοβάμαι πως αν φύγω, θα με κυνηγήσει. Πως δεν θα με αφήσει ήσυχη. Πως θα πάρει την Ειρήνη…»
Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Ο Μανώλης ήταν ικανός για όλα. Το ήξερα. Είχε ήδη αρχίσει να στέλνει μηνύματα, να παίρνει τηλέφωνα, να απειλεί. «Δεν θα αφήσω κανέναν να σας πειράξει», της είπα, αλλά μέσα μου ήξερα πως τα λόγια μου ήταν αδύναμα μπροστά στη βία του.
Τις επόμενες μέρες, το σπίτι μας γέμισε με φόβο και σιωπή. Η Δώρα δεν έβγαινε από το δωμάτιο, η μικρή κολλούσε πάνω μου. Ο Μανώλης ερχόταν κάτω από το σπίτι, φώναζε, χτυπούσε τα κουδούνια. Οι γείτονες κοιτούσαν με οίκτο, κάποιοι με καχυποψία. Στην Ελλάδα, ακόμα και σήμερα, η γυναίκα που φεύγει από τον άντρα της θεωρείται υπεύθυνη για τη διάλυση της οικογένειας. Το ένιωθα στα βλέμματα, στα ψιθυρίσματα στη λαϊκή, στα σχόλια της κυρίας Μαρίας από τον τρίτο: «Τι να έκανε κι αυτός ο άνθρωπος;»
Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν στην κουζίνα, η Δώρα ήρθε και κάθισε δίπλα μου. «Μαμά, αν σου ζητήσει να έρθει να με δει, τι θα κάνεις;»
Την κοίταξα στα μάτια. Ήξερα πως περίμενε να της πω πως θα τον δεχτώ, για χάρη της. Αλλά δεν μπορούσα. Δεν ήθελα να ξαναδώ τον άνθρωπο που έκανε το παιδί μου να φοβάται. «Δεν θέλω να τον δω στο σπίτι μου, Δώρα. Δεν μπορώ. Συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ άλλο να προσποιούμαι.»
Έσκυψε το κεφάλι. «Κι αν φταίω εγώ;»
«Όχι, παιδί μου. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να σου φέρεται έτσι. Κανείς.»
Οι μέρες περνούσαν, και ο Μανώλης γινόταν όλο και πιο πιεστικός. Έστειλε τη μάνα του, την κυρία Ελένη, να με βρει. Ήρθε ένα απόγευμα, με το πρόσωπο σφιγμένο, τα χέρια της να τρέμουν. «Κυρία Άννα, να μιλήσουμε σαν μάνες;»
Την έβαλα μέσα, της έφτιαξα καφέ. «Η Δώρα δεν είναι καλά», μου είπε. «Ο Μανώλης έχει τα νεύρα του, αλλά είναι καλός πατέρας. Μην τον διώχνετε από το παιδί του.»
Ένιωσα το θυμό να με πνίγει. «Κυρία Ελένη, ο γιος σας έκανε την κόρη μου να φοβάται. Η εγγονή μου τρέμει όταν τον ακούει. Αυτό δεν είναι πατρότητα.»
Έφυγε θυμωμένη, λέγοντας πως θα μετανιώσω. Εκείνο το βράδυ, η Δώρα με ρώτησε αν έκανα καλά που της είπα να έρθει. «Μήπως σε έβαλα σε μπελάδες;»
«Εγώ είμαι η μάνα σου. Εσύ κι η Ειρήνη είστε το σπίτι μου. Ό,τι κι αν γίνει, δεν θα σας αφήσω.»
Όμως, μέσα μου, η αμφιβολία μεγάλωνε. Μήπως ήμουν εγωίστρια; Μήπως έπρεπε να προσπαθήσω να τους συμφιλιώσω, για χάρη της μικρής; Μήπως η Δώρα θα με κατηγορούσε μια μέρα πως της στέρησα την οικογένειά της;
Ένα βράδυ, καθώς η μικρή κοιμόταν, η Δώρα ήρθε και κάθισε δίπλα μου. «Μαμά, αν δεν τον αντέχεις, μπορώ να φύγω. Δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση.»
Την αγκάλιασα σφιχτά. «Δεν θα φύγεις. Εδώ είναι το σπίτι σου. Εγώ δεν αντέχω να σε βλέπω να πονάς. Προτιμώ να μείνω μόνη μου, παρά να σε δω να χάνεσαι.»
Τις επόμενες μέρες, πήγαμε μαζί στη δικηγόρο. Η Δώρα ζήτησε ασφαλιστικά μέτρα. Ο Μανώλης απείλησε, φώναξε, έστειλε ακόμα και την αστυνομία να χτυπήσει την πόρτα μας. Η μικρή έκλαιγε τα βράδια, η Δώρα δεν κοιμόταν. Εγώ προσπαθούσα να κρατήσω το σπίτι όρθιο, να μαγειρέψω, να πλύνω, να φέρω λίγη κανονικότητα στη ζωή μας. Αλλά τίποτα δεν ήταν πια κανονικό.
Μια μέρα, καθώς καθόμασταν στο μπαλκόνι, η Δώρα με ρώτησε: «Μαμά, πιστεύεις πως θα ξαναβρώ τον εαυτό μου;»
Την κοίταξα. Είδα στα μάτια της το κορίτσι που μεγάλωσα, αλλά και τη γυναίκα που πάλευε να σταθεί στα πόδια της. «Θα τον βρεις, αγάπη μου. Εγώ θα είμαι εδώ, ό,τι κι αν γίνει.»
Και τώρα, κάθε βράδυ, όταν η μικρή με φιλάει για καληνύχτα και η Δώρα με κοιτάζει με ευγνωμοσύνη και ενοχές μαζί, αναρωτιέμαι: Έκανα καλά που της είπα να έρθει; Ή μήπως, τελικά, το ψέμα μου ήταν η μόνη αλήθεια που μπορούσα να αντέξω;
Πόσες φορές μπορεί μια μάνα να αντέξει να βλέπει το παιδί της να πονάει; Και πόσες φορές πρέπει να πει ψέματα, για να το προστατεύσει; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;