«Μαμά, πώς είσαι;» – Μια ιστορία για τη μοναξιά, την οικογένεια και το τίμημα της αγάπης στη σύγχρονη Ελλάδα

«Μαμά, πώς είσαι;»

Η φωνή της Μαρίας ακούγεται ψυχρή, σχεδόν μηχανική από το ακουστικό. Κοιτάζω το τηλέφωνο με μια πικρή γεύση στο στόμα. Είναι η τρίτη φορά αυτή την εβδομάδα που με παίρνει κάποιος από τα παιδιά μου. Πριν λίγα χρόνια, θα χαιρόμουν. Τώρα όμως…

«Καλά είμαι, Μαρία μου. Εσύ; Πώς πάει η δουλειά;»

«Όλα καλά, μαμά. Απλώς ήθελα να δω αν χρειάζεσαι κάτι.»

Αυτό το «αν χρειάζεσαι κάτι» έχει γίνει το νέο μας «σ’ αγαπώ». Πόσο εύκολα αλλάζουν οι λέξεις με τα χρόνια…

Κλείνω το τηλέφωνο και μένω να κοιτάζω έξω από το παράθυρο του μικρού διαμερίσματος στα Πατήσια. Η βροχή πέφτει αργά, σαν να μετράει τον χρόνο που περνάει κι εγώ μαζί του. Θυμάμαι τότε που ο Αντώνης, ο άντρας μου, έφυγε ξαφνικά. Τρία παιδιά, μια δουλειά στο σχολείο και μια ζωή που έπρεπε να συνεχίσει χωρίς εκείνον.

«Μαμά, γιατί δεν έρχεται ο μπαμπάς;» είχε ρωτήσει τότε ο μικρός ο Νίκος, μόλις έξι χρονών.

«Έχει δουλειά, αγόρι μου», του είχα πει ψέματα, ενώ μέσα μου έκλαιγα. Ο Αντώνης είχε φύγει για πάντα – όχι από τη ζωή, αλλά από εμάς. Μια άλλη γυναίκα, μια άλλη οικογένεια. Εγώ έμεινα να μαζεύω τα κομμάτια και να μεγαλώνω τρία παιδιά μόνη.

Τα χρόνια πέρασαν. Η Μαρία έγινε δικηγόρος, η Άννα δασκάλα και ο Νίκος… Ο Νίκος ακόμα ψάχνει τον δρόμο του. Όλοι τους έφυγαν από το σπίτι μόλις μπόρεσαν. Κι εγώ; Έμεινα εδώ, με τις αναμνήσεις και τα άδεια δωμάτια.

Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου. Κανείς δεν ήρθε. Μόνο τηλέφωνα. Η Άννα μάλιστα ξέχασε να με πάρει – μου έστειλε μήνυμα στο Viber: «Χρόνια πολλά μανούλα! Να προσέχεις!».

Προσπαθώ να μην το πάρω προσωπικά. Ξέρω πως έχουν τις ζωές τους, τις δουλειές τους, τα παιδιά τους. Αλλά μέσα μου κάτι σπάει κάθε φορά που ακούω το τηλέφωνο αντί για το κουδούνι της πόρτας.

Το απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο ξανά. Είναι ο Νίκος αυτή τη φορά.

«Μαμά, όλα καλά;»

«Ναι, Νίκο μου. Εσύ;»

«Ε… ήθελα να σε ρωτήσω… ξέρεις… για το σπίτι στα Καμίνια. Το σκέφτεσαι ακόμα να το πουλήσεις;»

Να λοιπόν. Δεν άντεξε πολύ η συζήτηση πριν φτάσει εκεί που περίμενα.

«Όχι ακόμα, παιδί μου. Είναι το μόνο που μας έμεινε από τον παππού σου.»

«Ξέρεις… αν το πουλούσες, θα μπορούσαμε να βοηθηθούμε όλοι λίγο…»

Η φωνή του τρέμει – δεν ξέρω αν είναι από ντροπή ή από ανάγκη.

«Θα το σκεφτώ, Νίκο μου.»

Κλείνω το τηλέφωνο και νιώθω τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν είναι ότι δεν θέλω να βοηθήσω τα παιδιά μου. Αλλά γιατί νιώθω πως είμαι απλώς μια περιουσία που περιμένουν να μοιραστούν;

Το βράδυ ανάβω ένα κερί για τον Αντώνη. Δεν του κρατάω πια κακία – μόνο μια θλίψη για όσα χάθηκαν.

Την επόμενη μέρα χτυπάει η πόρτα. Είναι η γειτόνισσα, η κυρία Σοφία.

«Ελένη μου, χρόνια πολλά! Έφερα λίγο γαλακτομπούρεκο.»

Την αγκαλιάζω σφιχτά. Είναι η μόνη που θυμήθηκε να έρθει.

«Τα παιδιά σου;» με ρωτάει διακριτικά.

«Όλοι καλά… δουλειές, υποχρεώσεις…»

Καθόμαστε μαζί στην κουζίνα και μιλάμε για τα παλιά. Για τότε που οι γειτονιές ήταν γεμάτες φωνές παιδιών και οι οικογένειες μαζεύονταν κάθε Κυριακή γύρω από το τραπέζι.

«Τώρα όλοι τρέχουν», λέει η κυρία Σοφία. «Κανείς δεν προλαβαίνει να ζήσει.»

Έχει δίκιο. Τα παιδιά μου τρέχουν πίσω από καριέρες και λογαριασμούς. Εγώ τρέχω πίσω από αναμνήσεις.

Το βράδυ παίρνω θάρρος και καλώ τη Μαρία.

«Μαρία μου, θέλω να σου πω κάτι.»

«Τι έγινε μαμά; Όλα καλά;»

«Ναι… απλώς ήθελα να ξέρεις πως σας αγαπάω πολύ. Και πως δεν χρειάζεται να με παίρνετε κάθε μέρα αν δεν το νιώθετε.»

Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής.

«Μαμά… γιατί το λες αυτό;»

«Γιατί νιώθω πως με παίρνετε μόνο για να δείτε αν είμαι ακόμα εδώ… ή αν σκέφτομαι τι θα αφήσω πίσω.»

Η φωνή της σκληραίνει.

«Δεν είναι έτσι! Απλώς… φοβόμαστε μήπως σου συμβεί κάτι και δεν το μάθουμε.»

Δεν ξέρω αν την πιστεύω.

Τις επόμενες μέρες προσπαθώ να γεμίσω τον χρόνο μου με μικρές χαρές: λίγο πλέξιμο, έναν περίπατο στη λαϊκή, καφέ με την κυρία Σοφία. Αλλά κάθε φορά που χτυπάει το τηλέφωνο, η καρδιά μου σφίγγεται.

Ένα βράδυ βλέπω στον ύπνο μου τον Αντώνη. Κάθεται στο παλιό μας τραπέζι και γελάει με τα παιδιά.

«Ελένη», μου λέει, «μην αφήνεις τη μοναξιά να σε νικήσει.»

Ξυπνάω με δάκρυα στα μάτια και μια παράξενη δύναμη μέσα μου.

Την επόμενη Κυριακή αποφασίζω να κάνω κάτι που είχα χρόνια να κάνω: καλώ τα παιδιά για φαγητό στο σπίτι.

Η Μαρία διστάζει: «Έχω πολλή δουλειά μαμά…»
Η Άννα λέει: «Θα προσπαθήσω…»
Ο Νίκος απαντά: «Θα έρθω!»

Την Κυριακή στρώνω τραπέζι όπως παλιά – γεμιστά, παστίτσιο, σαλάτα χωριάτικη. Ο Νίκος έρχεται πρώτος, με ένα μπουκέτο λουλούδια.

«Μαμά… συγγνώμη αν σε στενοχώρησα.»

Τον αγκαλιάζω σφιχτά.

Λίγο αργότερα εμφανίζεται και η Άννα με τα παιδιά της. Η Μαρία τελικά δεν ήρθε – έστειλε μήνυμα πως δεν προλαβαίνει.

Το σπίτι γεμίζει φωνές και γέλια για λίγες ώρες. Νιώθω ξανά ζωντανή.

Το βράδυ, όταν όλοι έχουν φύγει και μένω πάλι μόνη, σκέφτομαι: Ίσως αυτό είναι η ζωή – μικρές στιγμές χαράς μέσα στη μοναξιά.

Αναρωτιέμαι: Πόσο αξίζει τελικά η αγάπη όταν πρέπει να τη ζητήσεις; Και πόσο κοστίζει η μοναξιά μιας μάνας στην Ελλάδα του σήμερα;
Σας έχει τύχει ποτέ να νιώσετε έτσι;