Κάθε μέρα μαγειρεύω για τον Νίκο: Πότε είναι αρκετά; Η ιστορία μιας γυναίκας που χάνεται στη ρουτίνα της οικογένειας
«Πάλι φασολάκια; Μαρία, σου έχω πει πως δεν τα θέλω αν δεν είναι φρέσκα από τη λαϊκή!» Η φωνή του Νίκου αντηχεί στην κουζίνα, γεμάτη απαίτηση και μια δόση απογοήτευσης. Κοιτάζω τα χέρια μου, κόκκινα από το καθάρισμα και το τρίψιμο, και νιώθω το στομάχι μου να σφίγγεται. Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούω παράπονα για το φαγητό. Ούτε η δεύτερη. Είναι κάθε μέρα.
«Νίκο, δεν πρόλαβα σήμερα να πάω στη λαϊκή. Είχα δουλειά μέχρι αργά και μετά έπρεπε να περάσω από το σχολείο του Κώστα για τη συνάντηση με τη δασκάλα…» προσπαθώ να εξηγήσω, αλλά ήδη ξέρω πως δεν έχει σημασία. Ο Νίκος με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που λέει «δεν με νοιάζει», και σηκώνει τους ώμους.
«Δεν καταλαβαίνεις, Μαρία; Θέλω να τρώω σωστά. Δεν ζητάω πολλά.»
Κλείνω τα μάτια για μια στιγμή. Θυμάμαι τον εαυτό μου πριν χρόνια, όταν πρωτογνωριστήκαμε. Ήμουν γεμάτη όνειρα, ήθελα να γίνω δασκάλα, να ταξιδέψω, να ζήσω τη ζωή μου με πάθος. Τώρα, κάθε πρωί ξυπνάω πριν απ’ όλους, ετοιμάζω πρωινό, τρέχω στη δουλειά μου στο λογιστικό γραφείο, γυρίζω σπίτι και το πρώτο που ακούω είναι «τι θα φάμε σήμερα;».
Η μητέρα μου λέει συχνά: «Έτσι είναι οι άντρες, παιδί μου. Αν δεν τους προσέχεις, θα βρουν αλλού το ενδιαφέρον τους.» Μα εγώ νιώθω πως όσο περισσότερο προσπαθώ να τους ευχαριστήσω όλους, τόσο περισσότερο χάνω εμένα.
Το βράδυ, όταν όλοι κοιμούνται, κάθομαι μόνη στην κουζίνα. Το ρολόι δείχνει 12:30. Τα πιάτα πλυμένα, τα φαγητά τακτοποιημένα στο ψυγείο για την επόμενη μέρα. Κοιτάζω το κινητό μου – κανένα μήνυμα από φίλη, κανένα σημάδι πως κάποιος σκέφτεται εμένα. Μόνο ειδοποιήσεις από τη σχολική ομάδα του Κώστα και μια υπενθύμιση για το ραντεβού στον οδοντίατρο της μικρής Ελένης.
Μια μέρα, καθώς μαγειρεύω κολοκυθάκια γεμιστά – το αγαπημένο του Νίκου – ο Κώστας μπαίνει στην κουζίνα.
«Μαμά, γιατί δεν έρχεσαι ποτέ μαζί μας στο πάρκο; Όλες οι μαμάδες των φίλων μου έρχονται…»
Σταματώ για λίγο. «Αγάπη μου, πρέπει να ετοιμάσω το φαγητό για τον μπαμπά σου. Ξέρεις πως θέλει να είναι όλα έτοιμα όταν γυρίσει.»
Με κοιτάζει με απορία. «Και εσύ; Εσύ τι θέλεις;»
Η ερώτησή του με διαπερνά σαν μαχαίρι. Τι θέλω εγώ; Πότε ήταν η τελευταία φορά που σκέφτηκα τι θέλω πραγματικά;
Το βράδυ εκείνο, ο Νίκος γυρίζει αργά από τη δουλειά. Κάθεται στο τραπέζι χωρίς να πει λέξη. Τρώει δυο μπουκιές και αφήνει το πιρούνι.
«Δεν έχεις βάλει αρκετό άνηθο.»
Σηκώνομαι και πηγαίνω στο μπάνιο. Κλείνω την πόρτα και αφήνω τα δάκρυα να κυλήσουν σιωπηλά. Δεν αντέχω άλλο αυτή τη σιωπή, αυτή την αδιαφορία. Θυμάμαι τις φίλες μου από το πανεπιστήμιο – η Άννα τώρα ζει στη Θεσσαλονίκη και δουλεύει σε μια μεγάλη εταιρεία. Η Ελένη ταξιδεύει συχνά στην Ευρώπη για συνέδρια. Εγώ; Εγώ είμαι εδώ, παγιδευμένη σε μια κουζίνα που μυρίζει πάντα φαγητό και μοναξιά.
Την επόμενη μέρα αποφασίζω να κάνω κάτι διαφορετικό. Αφήνω τα παιδιά στη γιαγιά τους και πηγαίνω μια βόλτα στη θάλασσα. Κάθομαι σε ένα παγκάκι και κοιτάζω τα κύματα. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια νιώθω ελεύθερη – έστω και για λίγο.
Το κινητό χτυπάει ασταμάτητα. Ο Νίκος: «Πού είσαι; Το φαγητό;» Δεν απαντώ αμέσως. Θέλω να νιώσω πως υπάρχω κι εγώ για λίγο.
Όταν επιστρέφω σπίτι, ο Νίκος είναι έξαλλος.
«Πού ήσουν; Τα παιδιά πεινούσαν! Δεν μπορείς να αφήνεις έτσι το σπίτι!»
«Νίκο,» του λέω ήρεμα αλλά σταθερά, «και εγώ άνθρωπος είμαι. Έχω ανάγκη να ξεκουραστώ, να ανασάνω.»
Με κοιτάζει σαν να μην καταλαβαίνει τι λέω.
«Αν δεν μπορείς να αντέξεις τις υποχρεώσεις σου, τότε…»
Δεν ολοκληρώνει τη φράση του. Φεύγει από το δωμάτιο αφήνοντάς με μόνη με τις σκέψεις μου.
Τις επόμενες μέρες προσπαθώ να βρω χρόνο για μένα – διαβάζω ένα βιβλίο, μιλάω με μια παλιά φίλη στο τηλέφωνο, γράφω σε ένα τετράδιο όλα όσα νιώθω. Ο Νίκος γίνεται όλο και πιο ψυχρός. Τα παιδιά παρατηρούν την ένταση στο σπίτι.
Ένα βράδυ η Ελένη έρχεται κοντά μου και με αγκαλιάζει.
«Μαμά, είσαι λυπημένη;»
Την κοιτάζω στα μάτια και νιώθω ένα κύμα αγάπης αλλά και ενοχής.
«Όχι, αγάπη μου… Απλώς είμαι λίγο κουρασμένη.»
Η αλήθεια είναι πως είμαι εξαντλημένη – όχι μόνο σωματικά αλλά κυρίως ψυχικά.
Σκέφτομαι να μιλήσω στον Νίκο ανοιχτά για όλα όσα νιώθω. Το βράδυ τον πλησιάζω στο σαλόνι.
«Νίκο, πρέπει να μιλήσουμε.»
Με κοιτάζει αδιάφορα πάνω από την εφημερίδα του.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη ρουτίνα. Νιώθω πως έχω χαθεί μέσα στις υποχρεώσεις του σπιτιού και κανείς δεν βλέπει πόσο προσπαθώ.»
«Όλες οι γυναίκες έτσι κάνουν,» απαντάει ψυχρά.
«Όχι όλες,» του λέω με δάκρυα στα μάτια. «Και αν συνεχίσουμε έτσι, φοβάμαι πως θα χαθούμε ο ένας για τον άλλον.»
Για πρώτη φορά βλέπω μια σκιά ανησυχίας στο βλέμμα του. Δεν λέει τίποτα άλλο εκείνο το βράδυ.
Την επόμενη μέρα βρίσκω ένα μικρό σημείωμα πάνω στον πάγκο της κουζίνας: «Σ’ ευχαριστώ για όλα όσα κάνεις». Είναι η πρώτη φορά μετά από χρόνια που νιώθω πως κάποιος βλέπει την προσπάθειά μου.
Δεν ξέρω αν αυτό θα αλλάξει κάτι ουσιαστικά ανάμεσά μας ή αν αύριο όλα θα είναι όπως πριν. Ξέρω όμως πως πρέπει να αρχίσω να φροντίζω κι εμένα – γιατί αν χαθώ εγώ, τι θα απομείνει για τους άλλους;
Άραγε πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν παρόμοια καθημερινότητα; Πόσες ξεχνούν τον εαυτό τους μέσα στη φροντίδα των άλλων; Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε ανοιχτά για όλα αυτά;