Μπαράν, Κατσίκα, Σκύλος – Πώς Έμαθα να Επιβιώνω με τη Μαρία

«Πάλι τα ίδια, Νίκο; Πόσες φορές σου είπα να μην αφήνεις το σκύλο να μπαίνει στην κουζίνα;» Η φωνή της Μαρίας αντηχούσε στο μικρό διαμέρισμα της Κυψέλης σαν καμπάνα. Ο Μπάμπης, ο σκύλος μας, με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα της ενοχής που μόνο τα ζώα ξέρουν να κάνουν. Εγώ, όπως πάντα, έμεινα σιωπηλός, με το κεφάλι σκυμμένο. Ήξερα πως αν απαντούσα, θα γινόταν χειρότερα.

«Δεν το έκανα επίτηδες, Μαρία. Ήθελε απλώς λίγο νερό», ψέλλισα τελικά, αλλά η φωνή μου πνίγηκε μέσα στον ήχο του πλυντηρίου που δούλευε στο φουλ.

«Όλα τα κάνεις λάθος! Ακόμα και το νερό δεν ξέρεις να του βάλεις! Και μετά αναρωτιέσαι γιατί σε λένε οι γείτονες άχρηστο!»

Αυτή ήταν η καθημερινότητά μου τα τελευταία δέκα χρόνια. Η Μαρία ήταν η γυναίκα που αγάπησα όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου. Ήταν το φως μου και η σκιά μου μαζί. Όταν γελούσε, όλη η γειτονιά φωτιζόταν. Όταν θύμωνε, έπεφτε σκοτάδι ακόμα και το καταμεσήμερο.

Οι γείτονες με ήξεραν ως τον «Νίκο τον άτυχο». Ο κύριος Στέλιος από τον τρίτο όροφο πάντα μου έκλεινε το μάτι όταν με έβλεπε να κουβαλάω σακούλες με ψώνια, ενώ η κυρία Ελένη από το ισόγειο σχολίαζε κάθε φορά που έβγαζα τον Μπάμπη βόλτα: «Πάλι μόνος σου, Νίκο; Η Μαρία πού είναι;»

Η Μαρία ήταν παντού και πουθενά. Ήταν εκεί όταν χρειαζόταν να φωνάξει, να διορθώσει, να απαιτήσει. Αλλά όταν ήθελα μια κουβέντα, μια αγκαλιά, ένα «μπράβο», εξαφανιζόταν σαν ατμός.

Η πρώτη μεγάλη μας σύγκρουση ήρθε όταν αποφάσισα να φέρω στο σπίτι μια κατσίκα. Ναι, καλά διαβάζετε – μια κατσίκα. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει πρόσφατα και μου άφησε κληρονομιά ένα μικρό χωραφάκι στην Εύβοια και μια κατσίκα, τη Ρούλα. Η Μαρία έγινε έξαλλη.

«Θα φέρεις ζώο στο σπίτι μας; Είσαι τρελός; Τι θα πουν οι άνθρωποι;»

«Είναι η τελευταία ανάμνηση του πατέρα μου», της είπα σχεδόν ικετευτικά.

«Να την πας στο χωριό! Εδώ δεν έχει χώρο ούτε για εμάς!»

Τελικά η Ρούλα έμεινε στο μπαλκόνι για τρεις μέρες. Οι γείτονες γελούσαν πίσω από τις κουρτίνες τους. Ο Μπάμπης γάβγιζε ασταμάτητα και η Μαρία δεν μου μιλούσε καθόλου. Εκείνες τις μέρες ένιωσα πιο μόνος από ποτέ.

Κάθε μέρα ήταν μια μικρή μάχη. Μια φορά ξέχασα να πληρώσω τον λογαριασμό της ΔΕΗ και κόπηκε το ρεύμα για δύο ώρες. Η Μαρία με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που σε κάνει να νιώθεις μικρός σαν μυρμήγκι.

«Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα σωστά;»

Ήθελα να της φωνάξω πως προσπαθώ. Πως δεν είμαι άχρηστος. Πως κάποτε ήμουν ο Νίκος που ονειρευόταν να γίνει ζωγράφος, που έγραφε ποιήματα στα παγκάκια της πλατείας Βικτωρίας. Αλλά τα λόγια κόλλησαν στον λαιμό μου.

Η μητέρα μου πάντα έλεγε: «Να προσέχεις τις γυναίκες που έχουν φωτιά στα μάτια τους». Η Μαρία είχε φωτιά και πάγο μαζί. Ήξερε να αγαπάει με πάθος αλλά και να πληγώνει χωρίς έλεος.

Μια μέρα, καθώς καθόμουν στο μπαλκόνι με τη Ρούλα και τον Μπάμπη, ήρθε ο αδερφός μου ο Γιώργος.

«Ρε συ, τι κάνεις εδώ; Θα σε φάνε ζωντανό! Έλα στο χωριό, να πάρεις μια ανάσα», μου είπε χαμηλόφωνα.

«Δεν μπορώ να φύγω. Αν φύγω, θα είναι σαν να παραδέχομαι ότι απέτυχα», του απάντησα.

«Δεν είναι ντροπή να ζητάς λίγη ησυχία. Η ζωή δεν είναι μόνο φωνές και κατσίκες στο μπαλκόνι», είπε γελώντας πικρά.

Το ίδιο βράδυ, η Μαρία βρήκε ένα σημείωμα που είχα γράψει πριν χρόνια: «Θέλω να είμαι ελεύθερος σαν τον άνεμο». Το διάβασε δυνατά μπροστά μου.

«Ελεύθερος; Από τι θες να ελευθερωθείς; Από εμένα; Από τη ζωή μας;»

Δεν απάντησα. Δεν ήξερα τι να πω. Ήξερα μόνο ότι κάθε μέρα έχανα ένα κομμάτι από τον εαυτό μου. Κάθε φωνή της ήταν ένα καρφί στην αυτοπεποίθησή μου.

Τα βράδια ξαγρυπνούσα κοιτώντας το ταβάνι. Σκεφτόμουν πώς καταντήσαμε έτσι. Πώς από το πρώτο μας φιλί στην παραλία της Γλυφάδας φτάσαμε στις σιωπές και τις φωνές.

Μια μέρα, καθώς μαλώναμε για το τίποτα – για το αν έβαλα αρκετό αλάτι στη φασολάδα – η Μαρία ξέσπασε:

«Δεν αντέχω άλλο! Θέλω έναν άντρα που να μπορεί να σταθεί στα πόδια του!»

Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει από ντροπή. Ο Μπάμπης ήρθε και ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια μου. Η Ρούλα βέλαξε από το μπαλκόνι.

Τότε κατάλαβα πως είχα δύο επιλογές: ή θα συνέχιζα να ζω στη σκιά της Μαρίας ή θα έπρεπε να βρω ξανά τη φωνή μου.

Το ίδιο βράδυ πήρα τη Ρούλα και τον Μπάμπη και πήγαμε μια βόλτα μέχρι την πλατεία. Εκεί συνάντησα την παλιά μου φίλη, τη Σοφία.

«Νίκο! Χρόνια έχω να σε δω! Τι κάνεις;»

«Ζω… όπως μπορώ», της απάντησα χαμογελώντας αμήχανα.

Καθίσαμε σε ένα παγκάκι και μιλήσαμε για ώρες. Της είπα για τη Μαρία, για τη Ρούλα, για τον Μπάμπη, για τα όνειρα που άφησα πίσω.

«Ξέρεις τι λένε; Όποιος αγαπάει πραγματικά, δεν σε κάνει να νιώθεις μικρός», μου είπε τρυφερά.

Γύρισα σπίτι αργά τη νύχτα. Η Μαρία κοιμόταν στον καναπέ, κουρασμένη από άλλη μια μέρα φωνών και παραπόνων. Την κοίταξα και ένιωσα λύπη – όχι μόνο για εκείνη αλλά και για μένα.

Την επόμενη μέρα της είπα:

«Μαρία, πρέπει να μιλήσουμε. Δεν αντέχω άλλο έτσι. Θέλω πίσω τον εαυτό μου.»

Με κοίταξε σαστισμένη. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια είδα στα μάτια της φόβο – όχι θυμό.

«Τι εννοείς;»

«Εννοώ ότι αν συνεχίσουμε έτσι, θα χαθούμε κι οι δύο.»

Για πρώτη φορά μετά από χρόνια κάτσαμε και μιλήσαμε χωρίς φωνές. Είπαμε αλήθειες που πονούσαν αλλά έπρεπε να ειπωθούν.

Δεν ξέρω αν σώθηκε η σχέση μας εκείνο το βράδυ ή αν απλώς βάλαμε έναν επίδεσμο σε μια πληγή που αιμορραγεί χρόνια. Ξέρω μόνο ότι εκείνη τη στιγμή ένιωσα ξανά άνθρωπος.

Τώρα πια περνάω περισσότερο χρόνο με τον Μπάμπη και τη Ρούλα στο χωράφι του πατέρα μου στην Εύβοια. Η Μαρία έρχεται πότε-πότε – άλλες φορές γελάμε όπως παλιά, άλλες φορές σωπαίνουμε όπως τώρα.

Σκέφτομαι συχνά: Πόσο εύκολα χάνουμε τον εαυτό μας μέσα στην καθημερινότητα; Και πόσο δύσκολο είναι να τον ξαναβρούμε;