Ανάμεσα σε δύο φωτιές: Η πεθερά που ήθελε να με καταστρέψει – Η ιστορία μου
«Δεν θα αφήσω το παιδί μου να καταστραφεί για χάρη σου, Ιωάννα!» Η φωνή της κυρίας Μαρίας αντηχούσε στο μικρό σαλόνι του διαμερίσματος μας στην Καλλιθέα. Ο Πέτρος στεκόταν αμήχανος δίπλα μου, τα χέρια του σφιγμένα, το βλέμμα του χαμένο ανάμεσα σε μένα και τη μητέρα του. Ήταν η τρίτη φορά μέσα σε μια εβδομάδα που η πεθερά μου ερχόταν απρόσκλητη, φέρνοντας μαζί της όχι μόνο ταπεράκια με φαγητό αλλά και δηλητήριο.
«Μαμά, σε παρακαλώ…» ψιθύρισε ο Πέτρος, αλλά εκείνη τον διέκοψε απότομα.
«Εσύ να μη μιλάς! Εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτα! Αυτή η κοπέλα δεν είναι για σένα. Από πού κι ως πού να μπει στο σπίτι μας;»
Ένιωθα το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό μου. Δεν ήμουν ποτέ καλή στις αντιπαραθέσεις, αλλά εκείνη τη στιγμή ήξερα πως αν δεν μιλούσα, θα με καταπατούσε για πάντα.
«Κυρία Μαρία, σας παρακαλώ, προσπαθώ…»
«Μη με λες κυρία! Μάνα του άντρα σου είμαι!» φώναξε. «Δεν θα με βγάλεις εσύ από τη ζωή του!»
Το βράδυ, όταν έφυγε, ο Πέτρος κάθισε δίπλα μου στον καναπέ. «Συγγνώμη, Ιωάννα… Δεν ξέρω τι να κάνω. Είναι δύσκολο…»
«Πρέπει να διαλέξεις, Πέτρο. Δεν αντέχω άλλο να με προσβάλλει έτσι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.»
Η σιωπή του ήταν πιο βαριά κι από τις φωνές της μητέρας του. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν τη ζωή μου πριν τον Πέτρο – την ησυχία στο πατρικό μου στη Λάρισα, τις Κυριακές με τους γονείς μου, το γέλιο της αδερφής μου. Τώρα ήμουν μόνη στην Αθήνα, ανάμεσα σε δύο φωτιές: τον άντρα που αγαπούσα και τη μητέρα του που με μισούσε.
Τις επόμενες μέρες τα πράγματα χειροτέρεψαν. Η κυρία Μαρία άρχισε να τηλεφωνεί στον Πέτρο κάθε βράδυ. Του έλεγε ότι δεν τον φροντίζω σωστά, ότι αδυνάτισε, ότι το σπίτι είναι βρώμικο. Μια μέρα ήρθε και βρήκε τη μάνα μου στο τηλέφωνο.
«Να σας πω κάτι, κυρία Ελένη; Η κόρη σας δεν ξέρει να κρατάει σπίτι. Εγώ έτσι μεγάλωσα τον Πέτρο;»
Η μάνα μου έκλεισε το τηλέφωνο κλαίγοντας. Με πήρε αμέσως: «Ιωάννα μου, τι σου κάνει αυτή η γυναίκα; Θέλεις να γυρίσεις πίσω;»
Δεν ήθελα να φύγω. Ήθελα να παλέψω. Αλλά κάθε μέρα ένιωθα πως χάνω λίγο από τον εαυτό μου. Ο Πέτρος προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες, αλλά συχνά έβρισκα τα ρούχα του πλυμένα από τη μάνα του, τα φαγητά της στο ψυγείο μας, τα λουλούδια που άφηνε στο τραπέζι μας σαν σημάδι κυριαρχίας.
Μια Κυριακή πρωί, πήγαμε στο σπίτι της για φαγητό. Όλη η οικογένεια ήταν εκεί: ο αδερφός του Πέτρου με τη γυναίκα του, τα ανίψια, ακόμα και η θεία Ευγενία που πάντα έβρισκε κάτι κακό να πει για όλους.
Η κυρία Μαρία με αγνόησε επιδεικτικά. Σέρβιρε τους πάντες εκτός από μένα.
«Ιωάννα, δεν τρως;» ρώτησε ειρωνικά η θεία Ευγενία.
«Δεν πεινάω», απάντησα ψέματα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά από ντροπή και θυμό.
Όταν γυρίσαμε σπίτι, ξέσπασα στον Πέτρο: «Δεν αντέχω άλλο! Γιατί δεν με υπερασπίζεσαι; Γιατί αφήνεις τη μάνα σου να με εξευτελίζει μπροστά σε όλους;»
«Είναι δύσκολο… Δεν θέλω να μαλώσω μαζί της», είπε χαμηλόφωνα.
«Κι εγώ; Εγώ δεν είμαι σημαντική;»
Εκείνο το βράδυ αποφάσισα να μιλήσω στην κυρία Μαρία μόνη μου. Την κάλεσα για καφέ στο σπίτι μας.
Ήρθε καχύποπτη, με το γνωστό της ύφος.
«Τι θέλεις;»
«Θέλω να μιλήσουμε σαν γυναίκες», της είπα. «Δεν θέλω να πάρω τον Πέτρο από εσάς. Τον αγαπάω. Αλλά δεν μπορώ άλλο αυτή την κατάσταση.»
Με κοίταξε με μάτια γεμάτα καχυποψία και πίκρα.
«Εσύ δεν θα καταλάβεις ποτέ τι σημαίνει μάνα», είπε. «Όταν κάνεις δικό σου παιδί, τότε θα δεις.»
«Μπορεί… Αλλά τώρα είμαι η γυναίκα του γιου σας. Αν συνεχίσετε έτσι, θα χάσετε και τους δυο μας.»
Έφυγε χωρίς να πει κουβέντα. Για μέρες δεν είχαμε νέα της. Ο Πέτρος ήταν ανήσυχος.
«Λες να έκανες λάθος που της μίλησες έτσι;»
«Όχι», απάντησα αποφασιστικά. «Ήταν η μόνη λύση.»
Την επόμενη εβδομάδα, ο Πέτρος γύρισε σπίτι αργά το βράδυ. Ήταν χλωμός.
«Η μάνα μου πήγε στο νοσοκομείο… Είχε κρίση πανικού», είπε τρέμοντας.
Έτρεξα μαζί του στο νοσοκομείο. Η κυρία Μαρία ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, αδύναμη αλλά με το ίδιο σκληρό βλέμμα.
«Είσαι ευχαριστημένη τώρα;» μου ψιθύρισε όταν βγήκε ο Πέτρος έξω για λίγο.
Ένιωσα ενοχές αλλά και θυμό. Γιατί πάντα εγώ να φταίω;
Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε να τη βοηθήσουμε όσο μπορούσαμε. Ο Πέτρος περνούσε ώρες μαζί της. Εγώ μαγείρευα για εκείνη, πήγαινα στο σπίτι της, έκανα ό,τι μπορούσα για να δείξω πως δεν είμαι εχθρός της.
Σιγά σιγά άρχισε να μαλακώνει – ή έτσι νόμιζα. Μια μέρα που πήγα να της αφήσω φαγητό, την άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο:
«Δεν θα την αφήσω να μου πάρει το παιδί… Θα κάνω ό,τι χρειαστεί!»
Έφυγα τρέχοντας. Το βράδυ είπα στον Πέτρο όλη την αλήθεια.
«Πρέπει να διαλέξεις», του είπα ξανά. «Ή εγώ ή εκείνη.»
Έμεινε σιωπηλός για πολλή ώρα. Τελικά με αγκάλιασε σφιχτά.
«Σε αγαπάω… Δεν θέλω να σε χάσω.»
Αποφασίσαμε να απομακρυνθούμε για λίγο από την οικογένειά του. Νοικιάσαμε ένα μικρό διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη και αρχίσαμε να χτίζουμε ξανά τη σχέση μας από την αρχή – χωρίς παρεμβάσεις.
Η κυρία Μαρία δεν μας μιλούσε για μήνες. Ο Πέτρος πονούσε αλλά ήξερε πως ήταν απαραίτητο για εμάς.
Μετά από έναν χρόνο γεννήθηκε ο γιος μας, ο Νικόλας. Όταν η κυρία Μαρία ήρθε πρώτη φορά να τον δει, δάκρυσε.
«Συγγνώμη… Ήμουν άδικη μαζί σου», είπε χαμηλόφωνα.
Την αγκάλιασα διστακτικά. Δεν ξέρω αν θα ξεχάσω ποτέ όσα πέρασα, αλλά ήξερα πως έπρεπε να προχωρήσουμε μπροστά – για τον Νικόλα μας.
Τώρα που γράφω αυτή την ιστορία, αναρωτιέμαι: Άξιζε όλος αυτός ο πόνος για μια οικογένεια; Μπορεί μια γυναίκα στην Ελλάδα του σήμερα να σταθεί απέναντι σε μια τόσο δυνατή πεθερά χωρίς να χάσει τον εαυτό της; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;