Η σοκαριστική απόφαση της πεθεράς μου: Θα αντέξει ο γάμος μου;
«Δεν το πιστεύω, Μιχάλη! Πώς μπορείς να το δέχεσαι έτσι;» φώναξα, ενώ το ποτήρι με το νερό έτρεμε στο χέρι μου. Ο άντρας μου, καθισμένος στην άκρη του καναπέ, απέφευγε το βλέμμα μου. «Κατερίνα, είναι μάνα μου. Δεν μπορώ να της πω όχι τώρα που έχει ανάγκη…»
Η φωνή μου έσπασε. «Ανάγκη; Ήταν δική της επιλογή να χαρίσει το σπίτι στη Μαρία! Ποιος της είπε να αφήσει τα πάντα και να έρθει εδώ;»
Η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, πάντα είχε μια αδυναμία στη μικρή της κόρη. Η Μαρία, ελεύθερη ακόμα στα τριάντα τρία της, με δουλειά σε διαφημιστική και ζωή γεμάτη εξόδους, ήταν το καμάρι της. Εγώ, παντρεμένη με τον Μιχάλη εδώ και δέκα χρόνια, με δύο παιδιά και μια δουλειά που με εξαντλούσε, ήμουν απλώς η «καλή νύφη». Ή έτσι νόμιζα.
Όταν η κυρία Ελένη ανακοίνωσε ότι θα χαρίσει το διαμέρισμά της στη Μαρία και θα έρθει να μείνει μαζί μας «για να μην είναι μόνη», ένιωσα τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Το σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη δεν ήταν μεγάλο. Τα παιδιά είχαν ήδη μικρά δωμάτια. Πού θα έμενε; Πώς θα αντέχαμε όλοι μαζί;
Τις πρώτες μέρες προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου. Η Ελένη μπήκε στο σπίτι με βαλίτσες, κουβέρτες, κατσαρόλες και ένα βλέμμα γεμάτο προσδοκίες. «Θα βοηθάω στα παιδιά, Κατερίνα μου. Θα σου μαγειρεύω, θα σου κάνω παρέα.»
Στην αρχή, όντως μαγείρευε. Αλλά γρήγορα άρχισε να σχολιάζει τα πάντα: «Έτσι βάζεις τα ρούχα στο πλυντήριο;», «Το παιδί δεν πρέπει να βλέπει τόση τηλεόραση», «Ο Μιχάλης φαίνεται κουρασμένος, μήπως δεν του μαγειρεύεις σωστά;»
Ένα βράδυ, καθώς μάζευα τα πιάτα, την άκουσα να λέει στον Μιχάλη: «Η Κατερίνα είναι καλή κοπέλα, αλλά δεν έχει μάθει ακόμα πώς να κρατάει σπίτι.» Πάγωσα. Ένιωσα σαν ξένη στο ίδιο μου το σπίτι.
Οι καβγάδες με τον Μιχάλη έγιναν καθημερινοί. Εκείνος ανάμεσα σε δύο γυναίκες: τη μάνα του και τη γυναίκα του. Τα παιδιά άρχισαν να ρωτούν γιατί η γιαγιά φωνάζει τόσο συχνά ή γιατί εγώ κλαίω στο μπάνιο.
Μια μέρα, καθώς ετοιμαζόμουν για τη δουλειά, η Ελένη μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει. «Κατερίνα, πρέπει να μιλήσουμε. Δεν γίνεται να αφήνεις τα παιδιά τόσες ώρες μόνα τους. Η Μαρία ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Η Μαρία δεν έχει παιδιά! Δεν ξέρει τι σημαίνει να δουλεύεις και να μεγαλώνεις οικογένεια!»
«Εγώ ξέρω», απάντησε ήρεμα. «Και ξέρω ότι ο Μιχάλης χρειάζεται μια γυναίκα που να τον φροντίζει.»
Εκείνο το βράδυ, περίμενα τον Μιχάλη να γυρίσει από τη δουλειά. Τα παιδιά κοιμόντουσαν, η Ελένη είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Κάθισα απέναντί του και του είπα: «Δεν αντέχω άλλο. Ή εγώ ή η μάνα σου.»
Με κοίταξε με μάτια γεμάτα ενοχές και φόβο. «Κατερίνα… Δεν μπορώ να τη διώξω. Είναι μόνη της τώρα.»
«Και εγώ; Εγώ δεν είμαι μόνη;»
Οι μέρες περνούσαν με την ένταση να μεγαλώνει. Η Μαρία ερχόταν συχνά στο σπίτι – τώρα πια ήταν το δικό της διαμέρισμα – και πάντα έβρισκε τρόπο να με μειώσει μπροστά στην πεθερά μου: «Μαμά, μην κουράζεσαι εδώ μέσα, έλα να μείνεις μαζί μου!» Αλλά η Ελένη αρνιόταν πεισματικά.
Ένα βράδυ Κυριακής, μαζευτήκαμε όλοι γύρω από το τραπέζι για φαγητό. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη. Η Μαρία πέταξε: «Κατερίνα, γιατί δεν κάνεις κάτι για τον εαυτό σου; Φαίνεσαι κουρασμένη.» Η πεθερά μου συμφώνησε: «Ναι, παιδί μου, πρέπει να προσέχεις τον άντρα σου.» Ο Μιχάλης σιωπηλός.
Δεν άντεξα άλλο. Σηκώθηκα από το τραπέζι και φώναξα: «Φτάνει! Αυτό το σπίτι είναι και δικό μου! Δεν θα με κάνετε εσείς να νιώθω ξένη!»
Η Ελένη με κοίταξε αυστηρά: «Μην ξεχνάς ποιος σε βοήθησε όταν ήρθες εδώ πρώτη φορά.»
«Δεν ξεχνώ», απάντησα τρέμοντας από θυμό και λύπη. «Αλλά τώρα πρέπει κι εσείς να σεβαστείτε εμένα.»
Το ίδιο βράδυ μάζεψα τα παιδιά και πήγα στη μητέρα μου για λίγες μέρες. Ο Μιχάλης με παρακάλεσε να γυρίσω: «Θα βρούμε λύση, Κατερίνα. Σε παρακαλώ.»
Γύρισα, αλλά τίποτα δεν ήταν ίδιο. Η σχέση μας είχε ραγίσει. Η Ελένη προσπαθούσε να είναι πιο διακριτική, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν βαριά.
Μια μέρα, καθώς καθόμουν στο μπαλκόνι κοιτώντας την Αθήνα που βούιζε από κάτω, αναρωτήθηκα: αξίζει να θυσιάζουμε την ευτυχία μας για τις οικογενειακές υποχρεώσεις; Πόσο αντέχει ένας γάμος όταν μπαίνουν τρίτοι ανάμεσα;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα αντέχατε ή θα φεύγατε;