Μετακόμισα τον πατέρα μου σε γηροκομείο – Η οικογένειά μου με θεωρεί προδότρια. Είμαι πραγματικά κακή κόρη;
«Πώς μπόρεσες, Μαρία; Πώς μπόρεσες να τον αφήσεις εκεί;»
Η φωνή της αδερφής μου, της Ελένης, αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου. Ήταν βράδυ, καθόμασταν όλοι γύρω από το τραπέζι της κουζίνας στο πατρικό μας στη Νέα Σμύρνη. Ο πατέρας μου, ο κύριος Γιώργος, ήταν ήδη στο γηροκομείο εδώ και τρεις μέρες. Η μητέρα μου είχε φύγει από τη ζωή πριν δύο χρόνια, κι από τότε όλα είχαν αλλάξει.
«Δεν μπορούσα άλλο, Ελένη. Δεν αντέχω να τον βλέπω να υποφέρει, να μην μπορώ να του προσφέρω αυτά που χρειάζεται. Δεν είμαι νοσοκόμα!»
Η φωνή μου έσπασε. Τα μάτια της Ελένης γέμισαν δάκρυα, αλλά δεν λύγισε.
«Εγώ θα τον κρατούσα σπίτι. Όπως έκανε η μάνα μας για τη γιαγιά. Εσύ τον παράτησες.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ο αδερφός μου, ο Νίκος, απέφυγε το βλέμμα μου. Ήξερα πως συμφωνούσε μαζί της.
Γύρισα σπίτι εκείνο το βράδυ με τα λόγια τους να με βαραίνουν. Έβγαλα τα παπούτσια μου και κάθισα στο πάτωμα του σαλονιού. Η Αθήνα έξω βούιζε, αλλά μέσα στο διαμέρισμά μου επικρατούσε σιωπή. Έπιασα το κινητό και κοίταξα τις φωτογραφίες του πατέρα μου: γελαστός στα γενέθλιά του, αγκαλιά με τα εγγόνια του, να ποτίζει τις ντομάτες στη βεράντα.
Τον τελευταίο χρόνο όμως, τίποτα δεν ήταν ίδιο. Η άνοια του είχε προχωρήσει πολύ. Ξεχνούσε τα πάντα: πού ήταν, ποια ήμουν, ακόμα και πώς να φάει μόνος του. Τον έβρισκα συχνά να κοιτάζει το κενό, να ψιθυρίζει το όνομα της μητέρας μου. Τα βράδια ξυπνούσε και φώναζε ότι κάποιος είχε μπει στο σπίτι.
Προσπάθησα να τα κάνω όλα μόνη μου. Δούλευα σε φαρμακείο δώδεκα ώρες τη μέρα και μετά έτρεχα σ’ εκείνον. Άλλαζα πάνες, μαγείρευα ειδικά φαγητά, έπλενα ρούχα, καθάριζα ατυχήματα. Κάθε μέρα ήταν ένας αγώνας.
«Μαμά, γιατί δεν βοηθάει ο Νίκος;» με ρώτησε μια μέρα η κόρη μου η Σοφία.
«Έχει κι αυτός τη δουλειά του, αγάπη μου», απάντησα ψέματα. Ο Νίκος είχε χρόνο για καφέδες και ποδόσφαιρο, αλλά όχι για τον πατέρα μας.
Όταν έπεσε ο πατέρας και χτύπησε το κεφάλι του στη μπανιέρα, κατάλαβα πως δεν μπορούσα άλλο. Τον πήγα στο νοσοκομείο με τρεμάμενα χέρια. Ο γιατρός με κοίταξε σοβαρά.
«Χρειάζεται συνεχή φροντίδα. Εδώ δεν μπορούμε να τον κρατήσουμε άλλο.»
Έψαξα παντού για λύση. Οι ιδιωτικές νοσοκόμες ήταν πανάκριβες – ο μισθός μου δεν έφτανε ούτε για τα βασικά. Τα δημόσια προγράμματα είχαν λίστες αναμονής μηνών. Το γηροκομείο στη Δάφνη ήταν καθαρό, οι νοσηλευτές ευγενικοί. Όταν τον πήγα εκεί, έκλαιγα όλη τη διαδρομή.
«Μαρία…» είπε ο πατέρας μου αδύναμα όταν τον άφησα στο δωμάτιο του γηροκομείου.
«Εδώ θα σε προσέχουν καλύτερα, μπαμπά», ψιθύρισα και φίλησα το χέρι του.
Τις πρώτες μέρες πήγαινα κάθε απόγευμα. Του πήγαινα γλυκά από το ζαχαροπλαστείο που αγαπούσε, του διάβαζα εφημερίδα, του μιλούσα για τα εγγόνια του. Εκείνος όμως όλο και περισσότερο απομακρυνόταν.
«Γιατί δεν με πας σπίτι;» ρώτησε μια μέρα με παράπονο.
Ένιωσα μαχαίρι στην καρδιά.
«Δεν μπορώ τώρα, μπαμπά…»
Η Ελένη σταμάτησε να μου μιλάει. Ο Νίκος έστελνε μόνο τυπικά μηνύματα. Η θεία Κατερίνα με πήρε τηλέφωνο:
«Ντροπή σου! Ο πατέρας σου θυσιάστηκε για σένα κι εσύ τον πέταξες σαν σκουπίδι!»
Άρχισα να αποφεύγω τους συγγενείς, τους γείτονες, ακόμα και τους φίλους μου. Στο φαρμακείο ένιωθα τα βλέμματα των πελατών – λες κι όλοι ήξεραν τι είχα κάνει.
Τα βράδια ξυπνούσα ιδρωμένη από εφιάλτες: ο πατέρας μόνος σε ένα σκοτεινό δωμάτιο να με φωνάζει. Άλλες φορές ονειρευόμουν τη μητέρα μου να με κοιτάζει απογοητευμένη.
Μια μέρα η Σοφία με βρήκε να κλαίω στην κουζίνα.
«Μαμά… Μήπως είσαι άρρωστη;»
Την αγκάλιασα σφιχτά.
«Όχι αγάπη μου… απλώς… μου λείπει ο παππούς.»
Πέρασαν εβδομάδες έτσι. Κάθε φορά που πήγαινα στο γηροκομείο ένιωθα ότι έμπαινα σε δικαστήριο. Οι άλλοι ηλικιωμένοι με κοιτούσαν με μάτια γεμάτα παράπονο – ή έτσι νόμιζα εγώ. Οι νοσηλευτές προσπαθούσαν να με καθησυχάσουν:
«Κάνετε το καλύτερο που μπορείτε», είπε μια μέρα η κυρία Βασιλική.
Αλλά εγώ δεν μπορούσα να συγχωρήσω τον εαυτό μου.
Μια Κυριακή πρωί πήγα νωρίς στον πατέρα μου. Τον βρήκα να κάθεται δίπλα στο παράθυρο, να κοιτάζει τα δέντρα στον κήπο.
«Μπαμπά…»
Με κοίταξε σαν να με αναγνώριζε μετά από καιρό.
«Μαρία… Θυμάσαι τότε που σε πήγα πρώτη φορά σχολείο; Έκλαιγες κι εσύ κι εγώ… Αλλά μετά μεγάλωσες.»
Έβαλα τα κλάματα μπροστά του.
«Συγγνώμη… Συγγνώμη που σε άφησα εδώ.»
Με χάιδεψε αδύναμα το χέρι.
«Κι εγώ συγγνώμη που γέρασα…»
Έμεινα εκεί πολλή ώρα μαζί του εκείνη τη μέρα. Του διάβασα ποιήματα που αγαπούσε μικρός και του έδειξα φωτογραφίες της Σοφίας και του μικρού Πέτρου.
Όταν γύρισα σπίτι, βρήκα μήνυμα από την Ελένη: «Δεν θέλω να σε ξαναδώ.» Ο Νίκος δεν απάντησε ποτέ στις κλήσεις μου.
Οι μήνες πέρασαν. Ο πατέρας έφυγε ήσυχα ένα πρωινό του Μαρτίου. Ήμουν δίπλα του – κρατούσα το χέρι του όταν άφησε την τελευταία του πνοή.
Στην κηδεία ήρθαν όλοι: η Ελένη με μάτια πρησμένα από το κλάμα, ο Νίκος σιωπηλός στη γωνία, οι θείοι και οι ξαδέρφες που ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μου.
Μετά την τελετή, στάθηκα μόνη μπροστά στον τάφο του πατέρα και ψιθύρισα:
«Σ’ αγαπώ… Συγχώρεσέ με.»
Τώρα πια ζω με τις αναμνήσεις και τις ενοχές μου. Κάθε φορά που περνάω έξω από το γηροκομείο σκέφτομαι: Μήπως θα μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικό; Μήπως τελικά είμαι μια κακή κόρη ή απλώς μια γυναίκα που λύγισε κάτω από το βάρος της αγάπης και της ευθύνης;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Είναι προδοσία ή πράξη αγάπης να αφήνεις κάποιον εκεί που μπορεί να έχει καλύτερη φροντίδα;