Η αγωνία μιας μάνας στην Αθήνα: Θα είμαι ποτέ αρκετά καλή;
«Μαρία, πάλι ξέχασες να βάλεις το φαγητό στο ψυγείο; Πόσες φορές πρέπει να σου το πω;»
Η φωνή της μάνας μου, της Βασιλικής, αντηχεί στο μικρό μας διαμέρισμα στα Πατήσια. Είναι βράδυ, τα παιδιά κοιμούνται – ή τουλάχιστον προσπαθούν, με τόση ένταση στο σπίτι. Κοιτάζω το τραπέζι: το ταψί με το παστίτσιο μισοφαγωμένο, τα πιάτα άπλυτα. Νιώθω το στομάχι μου σφιγμένο, σαν να έχω καταπιεί πέτρα.
«Μάνα, σε παρακαλώ… Δεν πρόλαβα. Ο Κώστας είχε πυρετό, η Ελένη έκλαιγε όλο το απόγευμα, ο μικρός έσπασε το βάζο…»
Η Βασιλική με διακόπτει με ένα βλέμμα που ξέρω καλά: «Όταν ήσουν μικρή, εγώ τα προλάβαινα όλα. Και δουλειά και σπίτι και εσάς. Εσύ γιατί δεν μπορείς;»
Αυτό το «γιατί δεν μπορείς» με κυνηγάει χρόνια. Από τότε που έμεινα έγκυος πρώτη φορά στα 22 μου, μέχρι σήμερα που είμαι 37 και έχω τέσσερα παιδιά. Ο άντρας μου, ο Γιάννης, δουλεύει διπλοβάρδιες σε μια αποθήκη στον Ρέντη. Εγώ καθαρίζω σπίτια και σιδερώνω για να συμπληρώσουμε το εισόδημα. Τα λεφτά δεν φτάνουν ποτέ. Κάθε μήνα κάνουμε λογαριασμούς με τη Βασιλική πάνω από το τραπέζι της κουζίνας: «Αυτό θα πληρωθεί τώρα, αυτό τον άλλο μήνα…»
Κάποιες φορές νιώθω πως πνίγομαι. Θέλω να ουρλιάξω, να φύγω μακριά. Αλλά μετά ακούω τον μικρό Νίκο να φωνάζει «μαμά!» μέσα στον ύπνο του και ξέρω πως δεν μπορώ να φύγω πουθενά.
Η Βασιλική μένει μαζί μας από τότε που πέθανε ο πατέρας μου. Δεν αντέχει μόνη της στο χωριό. Την αγαπάω – αλλά η παρουσία της είναι σαν σκιά πάνω μου. Κάθε μέρα μου θυμίζει τι δεν κάνω σωστά: «Τα παιδιά είναι ακατάστατα», «Δεν διαβάζουν αρκετά», «Ο Γιάννης γυρίζει κουρασμένος και βρίσκει το σπίτι άνω-κάτω». Μερικές φορές σκέφτομαι πως αν δεν ήταν εδώ, ίσως να ήμουν πιο ήρεμη. Ίσως να μπορούσα να ακούσω τη δική μου φωνή.
Ένα βράδυ, όταν τα παιδιά είχαν κοιμηθεί και ο Γιάννης είχε αργήσει στη δουλειά, κάθισα με τη Βασιλική στην κουζίνα. Έπινε τον ελληνικό της σιωπηλή. Τόλμησα να της μιλήσω:
«Μάνα… Είσαι ποτέ περήφανη για μένα;»
Με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που δεν ξέρεις αν είναι λύπη ή θυμός.
«Περήφανη; Εγώ θέλω να είσαι καλά. Να μην σου λείπει τίποτα. Αλλά φοβάμαι για σένα, Μαρία. Φοβάμαι πως θα χάσεις τα πάντα αν δεν προσέξεις.»
Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε. Δεν ήξερα αν ήθελα να κλάψω ή να φωνάξω.
«Μα εγώ προσπαθώ! Δεν βλέπεις πόσο προσπαθώ;»
Σήκωσε τους ώμους της: «Όλες οι μάνες προσπαθούν. Αλλά κάποιες τα καταφέρνουν καλύτερα.»
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν τα λόγια της ξανά και ξανά. Μήπως έχει δίκιο; Μήπως δεν είμαι αρκετά καλή; Τα παιδιά μου είναι ευτυχισμένα; Τους δίνω όσα χρειάζονται;
Την επόμενη μέρα πήγα στην αγορά για ψώνια. Μετρούσα τα κέρματα στη χούφτα μου – κάθε ευρώ μετράει. Η κυρία Στέλλα στο μανάβικο με ρώτησε πώς τα πάμε.
«Δύσκολα», της είπα. «Αλλά τι να κάνουμε;»
Γύρισα σπίτι φορτωμένη σακούλες και ενοχές. Η Ελένη είχε διαγώνισμα και έκλαιγε γιατί δεν καταλάβαινε τα μαθηματικά.
«Μαμά, γιατί δεν μπορείς να με βοηθήσεις;»
Ένιωσα το βάρος να με πλακώνει ξανά. Δεν έχω χρόνο ούτε για τον εαυτό μου – πώς να βοηθήσω την Ελένη; Ο Κώστας τσακώθηκε με τον μικρό για ένα παιχνίδι. Ο Γιάννης γύρισε κουρασμένος και δεν μίλησε πολύ.
Το βράδυ, όταν όλοι κοιμήθηκαν, έγραψα σε ένα παλιό τετράδιο:
«Σήμερα ένιωσα πως χάνω τον έλεγχο. Μήπως είμαι αποτυχημένη; Μήπως η μάνα μου έχει δίκιο;»
Τις επόμενες μέρες προσπάθησα να αλλάξω πράγματα. Έβαλα πρόγραμμα στα παιδιά, μίλησα με τη δασκάλα της Ελένης, ζήτησα βοήθεια από μια φίλη για τα μαθηματικά. Ο Γιάννης πρότεινε να βγούμε μια βόλτα όλοι μαζί στην παραλία του Φλοίσβου – πρώτη φορά μετά από μήνες.
Εκείνη τη μέρα γέλασα πραγματικά. Τα παιδιά έτρεχαν στην άμμο, ο ήλιος έδυε πίσω από την Πάρνηθα και ο Γιάννης με αγκάλιασε σφιχτά.
«Τα καταφέρνεις καλύτερα απ’ όσο νομίζεις», μου ψιθύρισε.
Γύρισα σπίτι γεμάτη ελπίδα – αλλά η Βασιλική περίμενε στην πόρτα.
«Πού πήγατε τόση ώρα; Τα παιδιά έχουν διάβασμα!»
Ένιωσα τον θυμό να φουντώνει μέσα μου.
«Μάνα, άσε μας λίγο να χαρούμε! Δεν γίνεται όλη μας η ζωή να είναι μόνο υποχρεώσεις!»
Με κοίταξε αυστηρά: «Η ζωή είναι δύσκολη, Μαρία. Αν δεν προσέξεις, θα πληρώσεις το τίμημα.»
Εκείνη τη νύχτα τσακωθήκαμε άσχημα. Της είπα πράγματα που μετά μετάνιωσα – πως με πνίγει, πως δεν αντέχω άλλο την κριτική της.
Την επόμενη μέρα δεν μιλήσαμε καθόλου. Το σπίτι ήταν γεμάτο σιωπή και ένταση.
Το βράδυ ήρθε στο δωμάτιό μου σιωπηλά.
«Μαρία… Ξέρεις γιατί σε πιέζω τόσο; Γιατί φοβάμαι μην πάθεις ό,τι κι εγώ. Όταν πέθανε ο πατέρας σου, νόμιζα πως θα χαθώ κι εγώ μαζί του. Κράτησα το σπίτι όρθιο με τα δόντια… Δεν θέλω να περάσεις τα ίδια.»
Την κοίταξα – πρώτη φορά είδα δάκρυα στα μάτια της.
«Μάνα… Κι εγώ φοβάμαι κάθε μέρα. Αλλά θέλω να ζήσω κιόλας… Να χαρώ τα παιδιά μου όσο είναι μικρά.»
Με αγκάλιασε σφιχτά – τόσο σφιχτά που νόμιζα πως θα σπάσω.
Από εκείνη τη μέρα προσπαθούμε κι οι δύο να αλλάξουμε λίγο. Η Βασιλική κρατάει τα παιδιά όταν δουλεύω, εγώ προσπαθώ να μην παίρνω κατάκαρδα κάθε της παρατήρηση.
Τα οικονομικά μας δεν άλλαξαν μαγικά – ακόμα μετράμε κάθε ευρώ, ακόμα αγωνιούμε για το αύριο.
Αλλά τώρα ξέρω πως δεν είμαι μόνη μου σε αυτή τη μάχη.
Κάθε βράδυ κοιτάζω τα παιδιά μου που κοιμούνται και αναρωτιέμαι: «Είμαι αρκετά καλή μάνα;» Ίσως ποτέ να μην ξέρω την απάντηση – αλλά κάθε μέρα προσπαθώ λίγο παραπάνω.
Κι εσείς; Έχετε νιώσει ποτέ ότι δεν είστε αρκετοί για τους ανθρώπους που αγαπάτε;