«Ετοιμάσου, η μάνα κι ο αδερφός θα έρθουν για την κληρονομιά» – Μια ιστορία για το σπίτι, τα μυστικά και τη μάχη με τη συνείδηση
«Ετοιμάσου, η μάνα κι ο αδερφός θα έρθουν για την κληρονομιά», μου ψιθύρισε η Μαρία, η γυναίκα μου, με φωνή που έτρεμε από άγχος και θυμό. Ήταν απόγευμα, το φως του ήλιου έμπαινε λοξά στο παλιό σαλόνι του σπιτιού μας στη Νέα Ιωνία, και εγώ καθόμουν στην πολυθρόνα του πατέρα μου, εκεί που συνήθιζε να διαβάζει εφημερίδα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, σαν να ήθελε να σπάσει τα πλευρά μου και να βγει έξω.
«Δεν θέλω να τους δω», απάντησα ξερά. «Δεν αντέχω άλλο αυτή την υποκρισία. Πάντα ήμουν ο δεύτερος, πάντα ο Γιώργος ήταν το καλό παιδί. Τώρα που πέθανε ο πατέρας, όλοι θυμήθηκαν το σπίτι». Η Μαρία με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που με έκανε να νιώθω μικρός, σαν παιδί που έκανε ζημιά.
«Νίκο, είναι η οικογένειά σου. Δεν μπορείς να τους αποφύγεις για πάντα. Πρέπει να μιλήσετε. Να ξεκαθαρίσετε τα πράγματα».
Έκλεισα τα μάτια και θυμήθηκα τη μέρα της κηδείας. Η μάνα μου, η κυρά-Ελένη, ντυμένη στα μαύρα, κρατούσε το χέρι του Γιώργου και έκλαιγε σιωπηλά. Εγώ στεκόμουν λίγο πιο πίσω, μόνος. Όλοι οι συγγενείς ψιθύριζαν: «Ο Νίκος δεν ήταν ποτέ κοντά στην οικογένεια». Κανείς δεν ήξερε τι είχα θυσιάσει για αυτούς. Κανείς δεν ήξερε πως όταν ο πατέρας αρρώστησε, εγώ ήμουν αυτός που έτρεχε στα νοσοκομεία, που ξενυχτούσε δίπλα του, που άκουγε τις τελευταίες του κουβέντες.
«Νίκο, θέλω να σου πω κάτι», μου είχε πει ο πατέρας λίγες μέρες πριν φύγει. «Το σπίτι… θέλω να μείνει σε σένα. Ο Γιώργος δεν θα το εκτιμήσει. Εσύ ξέρεις τι σημαίνει αυτό το σπίτι». Τότε δεν κατάλαβα πόσο βάρος είχαν αυτά τα λόγια.
Όταν άνοιξε η διαθήκη, όλοι πάγωσαν. Το σπίτι στη Νέα Ιωνία περνούσε σε μένα. Ο Γιώργος πήρε το χωράφι στο χωριό και λίγα χρήματα από τον λογαριασμό της τράπεζας. Η μάνα μου δεν είπε τίποτα μπροστά στον συμβολαιογράφο, αλλά το βλέμμα της ήταν γεμάτο κατηγορία.
«Εσύ τα κανόνισες όλα!», φώναξε ο Γιώργος όταν βγήκαμε από το γραφείο. «Πάντα ήθελες να είσαι το αφεντικό! Πάντα ζήλευες!». Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου.
«Δεν ζήτησα τίποτα! Αν θέλεις το σπίτι, πάρ’ το! Δεν με νοιάζει!», του φώναξα πίσω. Ήταν ψέμα; Ήταν αλήθεια; Δεν ήξερα πια.
Τους επόμενους μήνες ο Γιώργος εξαφανίστηκε. Η μάνα μου ερχόταν που και που, καθόταν στην κουζίνα και κοίταζε γύρω της λες και έβλεπε φαντάσματα. Μια μέρα βρήκα ένα γράμμα της στο τραπέζι: «Αυτό το σπίτι δεν είναι δικό σου. Είναι της οικογένειας. Μην ξεχνάς ποιος είσαι». Το διάβασα ξανά και ξανά μέχρι που τα γράμματα θόλωσαν από τα δάκρυά μου.
Η Μαρία προσπαθούσε να με στηρίξει. «Νίκο, πρέπει να αποφασίσεις τι θέλεις. Δεν μπορείς να ζεις με τύψεις για πάντα». Αλλά πώς να αποφασίσω; Αυτό το σπίτι ήταν γεμάτο αναμνήσεις: τα καλοκαίρια που παίζαμε στην αυλή με τον Γιώργο, οι φωνές της μάνας όταν μαλώναμε, η μυρωδιά του καφέ του πατέρα τα πρωινά της Κυριακής.
Ένα βράδυ, άκουσα θόρυβο στην αυλή. Βγήκα έξω και είδα τον Γιώργο να στέκεται μπροστά στην πόρτα.
«Ήρθα να μιλήσουμε», είπε χαμηλόφωνα.
«Τι θες;»
«Δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό, ρε Νίκο. Εγώ έμεινα εδώ όταν εσύ έφυγες για την Αθήνα. Εγώ κράτησα τη μάνα όταν εσύ ήσουν στα ταξίδια σου». Η φωνή του έσπαγε από θυμό και πίκρα.
«Κι εγώ τι έκανα; Δεν ήμουν εδώ όταν αρρώστησε ο πατέρας; Ποιος τον πήγαινε στους γιατρούς; Ποιος τον κράταγε τα βράδια;»
Σιωπή. Μόνο τα τζιτζίκια ακούγονταν από μακριά.
«Δεν θέλω το σπίτι», του είπα τελικά. «Πάρ’ το εσύ. Εγώ θα φύγω». Ο Γιώργος με κοίταξε σαν να μην πίστευε στα αυτιά του.
«Και η Μαρία; Τα παιδιά σου;»
«Θα βρούμε αλλού να μείνουμε. Δεν αντέχω άλλο αυτή τη σκιά πάνω μας». Ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου, αλλά ταυτόχρονα μια τρύπα άνοιξε μέσα μου.
Την επόμενη μέρα μάζεψα λίγα πράγματα και πήγαμε σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πατήσια. Η Μαρία ήταν θυμωμένη αλλά δεν είπε τίποτα μπροστά στα παιδιά. Ο μικρός ο Αντρέας ρώτησε: «Μπαμπά, γιατί αφήσαμε το σπίτι του παππού;» Δεν ήξερα τι να απαντήσω.
Πέρασαν μήνες. Ο Γιώργος μετακόμισε στο σπίτι στη Νέα Ιωνία με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους. Η μάνα μου άρχισε πάλι να χαμογελάει – ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Μια μέρα με πήρε τηλέφωνο:
«Νίκο, θέλω να σε δω». Πήγα στο παλιό καφενείο της γειτονιάς μας.
«Γιατί το έκανες αυτό;», με ρώτησε χωρίς πρόλογο.
«Γιατί δεν άντεχα άλλο τη διχόνοια», της απάντησα. «Δεν άντεχα άλλο να νιώθω ξένος στο ίδιο μου το σπίτι».
Η μάνα μου δάκρυσε για πρώτη φορά μπροστά μου μετά τον θάνατο του πατέρα.
«Ήσουν πάντα καλό παιδί, Νίκο. Αλλά ποτέ δεν ήξερες να διεκδικείς αυτό που σου ανήκει».
Γύρισα σπίτι σκεπτικός. Η Μαρία με περίμενε στην πόρτα.
«Έκανες ό,τι μπορούσες», μου είπε απαλά.
Αλλά ακόμα αναρωτιέμαι: Ήταν σωστό αυτό που έκανα; Ή απλώς δεν είχα τη δύναμη να παλέψω για τον εαυτό μου; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;