Η σοκαριστική αλήθεια: Πώς η νύφη μου προσποιήθηκε εγκυμοσύνη για να αποφύγει τη δουλειά και να μείνει στο σπίτι μας
«Δεν αντέχω άλλο, Ιωάννα! Δεν μπορώ να δουλέψω έτσι, το μωρό κινδυνεύει!» Η φωνή της Σάνιας αντηχούσε στο μικρό μας σαλόνι, γεμάτη αγωνία και κάτι που τότε δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Κοίταξα τον αδερφό μου, τον Νίκο, που καθόταν δίπλα της με σκυμμένο το κεφάλι. Ήταν φανερό πως δεν ήξερε τι να πει.
Εγώ, όμως, ένιωθα το στομάχι μου σφιγμένο. Από τη μέρα που η Σάνια ανακοίνωσε πως είναι έγκυος, όλα άλλαξαν στο σπίτι μας. Μέχρι τότε, μοιραζόμασταν το διαμέρισμα στα Πατήσια – εγώ, ο Νίκος και η Σάνια. Ήταν δύσκολες εποχές, με τα ενοίκια να ανεβαίνουν και τις δουλειές να λιγοστεύουν. Εγώ δούλευα σε ένα φαρμακείο, ο Νίκος σε μια αποθήκη, και η Σάνια σε ένα κομμωτήριο. Όμως, από τη στιγμή που άρχισε να μιλάει για ζαλάδες και εμετούς, σταμάτησε να πηγαίνει στη δουλειά της.
«Σάνια, δεν γίνεται να πληρώνουμε όλοι τα πάντα μόνοι μας», της είπα μια μέρα. «Πρέπει να βοηθήσεις κι εσύ.»
Με κοίταξε με μάτια υγρά. «Δεν καταλαβαίνεις! Αν πάθω κάτι εγώ ή το μωρό;»
Ο Νίκος με παρακάλεσε να κάνω υπομονή. «Είναι δύσκολα τώρα, αλλά όταν γεννήσει θα βρει άλλη δουλειά», έλεγε. Κι εγώ έσφιγγα τα δόντια. Ήξερα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Η Σάνια δεν είχε πάει ποτέ σε γιατρό μπροστά μας. Δεν είχε δείξει ούτε έναν υπέρηχο. Κάθε φορά που τη ρωτούσα για εξετάσεις, άλλαζε θέμα ή έλεγε πως όλα είναι εντάξει.
Οι μήνες περνούσαν και τίποτα δεν άλλαζε πάνω της. Καμία κοιλιά, κανένα σημάδι εγκυμοσύνης. Μια μέρα, όταν γύρισα νωρίτερα από τη δουλειά, την άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο στην κουζίνα.
«Όχι, δεν ξέρουν τίποτα… Ναι, ακόμα το παίζω έγκυος… Τι να κάνω; Αν με διώξουν από το σπίτι;»
Πάγωσα. Ένιωσα το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό μου. Περίμενα να τελειώσει το τηλεφώνημα και μπήκα μέσα.
«Με ποιον μιλούσες;» τη ρώτησα ψυχρά.
Ταράχτηκε. «Με τη φίλη μου τη Μαρία…»
«Άκουσα τι είπες, Σάνια. Γιατί λες ψέματα;»
Άρχισε να κλαίει. «Δεν ήθελα να σας βάλω σε δύσκολη θέση… Αλλά αν με διώχνατε; Δεν έχω πού να πάω!»
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Νίκος. «Τι συμβαίνει εδώ;»
«Η Σάνια δεν είναι έγκυος», του είπα ήρεμα αλλά αποφασιστικά.
Ο Νίκος με κοίταξε σαν να του είχα δώσει χαστούκι. «Τι λες τώρα;»
Η Σάνια έκλαιγε με λυγμούς. «Συγγνώμη… Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω…»
Το σπίτι γέμισε ένταση. Ο Νίκος έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω του με δύναμη. Εγώ έμεινα εκεί, κοιτώντας τη Σάνια που είχε καταρρεύσει στον καναπέ.
Τις επόμενες μέρες επικρατούσε σιωπή ανάμεσά μας. Ο Νίκος δεν μιλούσε σε κανέναν. Η Σάνια προσπαθούσε να με αποφύγει. Εγώ ένιωθα θυμό αλλά και λύπη – γιατί κάποιος που θεωρούσα οικογένεια με είχε εξαπατήσει έτσι;
Στη δουλειά δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Η φίλη μου η Ελένη με ρώτησε τι έχω.
«Δεν αντέχω άλλο στο σπίτι», της είπα. «Η νύφη μου προσποιήθηκε εγκυμοσύνη για να μην πληρώνει τίποτα και να μην τη διώξουμε.»
Η Ελένη με κοίταξε με κατανόηση. «Πρέπει να βάλεις όρια, Ιωάννα. Αλλιώς θα σε εκμεταλλεύονται πάντα.»
Το ίδιο βράδυ κάλεσα τον Νίκο και τη Σάνια στο σαλόνι.
«Δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτό», τους είπα αυστηρά. «Ή βρίσκεις δουλειά, Σάνια, ή πρέπει να φύγετε από το σπίτι.»
Ο Νίκος προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί, αλλά τον σταμάτησα.
«Δεν είναι θέμα αγάπης ή οικογένειας», του είπα. «Είναι θέμα εμπιστοσύνης και σεβασμού.»
Η Σάνια κατέβασε το κεφάλι της και είπε χαμηλόφωνα: «Θα βρω δουλειά… Συγγνώμη.»
Οι επόμενες εβδομάδες ήταν γεμάτες αμηχανία και ψυχρότητα. Η Σάνια βρήκε τελικά μια θέση σε ένα μικρό κατάστημα ρούχων στη γειτονιά. Ο Νίκος άρχισε σιγά-σιγά να μου μιλάει ξανά, αλλά τίποτα δεν ήταν όπως πριν.
Μερικά βράδια ξαγρυπνούσα σκεπτόμενη πώς φτάσαμε ως εδώ. Θυμόμουν τα παιδικά μας χρόνια με τον Νίκο στο χωριό της γιαγιάς στη Λαμία – τότε που όλα ήταν απλά και η οικογένεια σήμαινε ασφάλεια.
Μια μέρα, καθώς καθόμουν στο μπαλκόνι κοιτώντας τα φώτα της Αθήνας, ο Νίκος ήρθε δίπλα μου.
«Συγγνώμη για όλα», μου είπε σιγανά.
Τον κοίταξα στα μάτια. «Δεν φταις εσύ μόνο… Αλλά πρέπει να μάθουμε όλοι πότε να λέμε όχι.»
Η ζωή συνεχίστηκε – όχι όπως πριν, αλλά πιο ώριμα και προσεκτικά. Η εμπιστοσύνη είχε ραγίσει, αλλά ήξερα πως έπρεπε να προστατεύσω τον εαυτό μου.
Τώρα αναρωτιέμαι: Πόσο μακριά μπορείς να φτάσεις για χάρη της οικογένειας; Και πότε πρέπει επιτέλους να βάλεις τα δικά σου όρια;