«Με άφησε για τη συνάδελφό του – και εκείνη είχε το θράσος να με καλέσει στον γάμο τους»
«Δεν μπορεί να είναι αλήθεια…» ψιθύρισα, κρατώντας το λευκό, βαρύ χαρτί στα χέρια μου. Τα δάχτυλά μου έτρεμαν, ενώ το χρυσό ανάγλυφο όνομα της Ελένης δίπλα στου Γιώργου έμοιαζε να με κοροϊδεύει. Πόσες φορές είχα φανταστεί αυτή τη στιγμή; Όχι έτσι, όμως. Όχι με εμένα να στέκομαι μόνη, μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματός μου στην Καλλιθέα, με ένα προσκλητήριο που μύριζε ακριβό άρωμα και προδοσία.
«Μαμά, τι έγινε;» Η φωνή της κόρης μου, της Μαρίας, με επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν δεκαεπτά χρονών, με μάτια ίδια με του πατέρα της – μεγάλα, καστανά, γεμάτα απορίες και ανησυχία.
«Τίποτα, αγάπη μου. Μια ανοησία…» προσπάθησα να χαμογελάσω, αλλά η φωνή μου έσπασε. Δεν ήθελα να της δείξω πόσο με πλήγωσε αυτό το χαρτί. Δεν ήθελα να καταλάβει πόσο μικρή και ασήμαντη ένιωθα εκείνη τη στιγμή.
Η Μαρία πλησίασε και πήρε το προσκλητήριο από τα χέρια μου. Το διάβασε σιωπηλά. «Είναι σοβαροί;» είπε τελικά, με μια οργή που δεν περίμενα από εκείνη. «Θέλουν να πας στον γάμο τους;»
Κούνησα το κεφάλι μου. «Δεν ξέρω τι θέλουν… Ίσως να με ταπεινώσουν. Ίσως να δείξουν πόσο “πολιτισμένοι” είναι.»
Η Μαρία πέταξε το προσκλητήριο στο τραπέζι. «Δεν θα πας! Δεν θα τους κάνεις τη χάρη!»
Ένιωσα ένα κύμα θυμού να με πλημμυρίζει. Όχι για τον Γιώργο – εκείνον τον είχα ήδη θρηνήσει. Για την Ελένη, όμως… Τη γυναίκα που γνώριζα χρόνια από τη δουλειά του, που ερχόταν στα τραπέζια μας, που έπαιζε με τη Μαρία όταν ήταν μικρή. Πώς μπόρεσε;
Το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Γύριζα στο κρεβάτι, ακούγοντας τα φρένα των αυτοκινήτων στην Συγγρού και τα βήματα των γειτόνων στον διάδρομο. Θυμήθηκα την τελευταία φορά που είδα τον Γιώργο – ήταν πριν τρεις μήνες, όταν ήρθε να μαζέψει τα πράγματά του. Δεν είπε πολλά. «Συγγνώμη, Άννα… Δεν μπορώ άλλο. Ερωτεύτηκα την Ελένη.» Έτσι απλά. Σαν να μιλούσε για τον καιρό.
Τότε δεν έκλαψα. Τώρα όμως, με το προσκλητήριο στο τραπέζι, ένιωσα τα μάτια μου να καίνε.
Το επόμενο πρωί πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Η κυρία Σοφία από το λογιστήριο με κοίταξε περίεργα. «Άννα μου, είσαι καλά;»
«Όλα καλά,» απάντησα ψέματα.
Στο διάλειμμα, η φίλη μου η Κατερίνα ήρθε κοντά μου. «Άκουσα τι έγινε… Ο Γιώργος παντρεύεται την Ελένη;»
Την κοίταξα στα μάτια. «Ναι. Και μάλιστα με κάλεσαν κιόλας.»
Η Κατερίνα έμεινε άφωνη για λίγο. «Αυτή η γυναίκα δεν έχει τσίπα…»
«Ούτε ο Γιώργος,» συμπλήρωσα πικρά.
Το απόγευμα γύρισα σπίτι και βρήκα τη μητέρα μου να κάθεται στο σαλόνι. Είχε έρθει απροειδοποίητα – όπως πάντα όταν κάτι την απασχολούσε.
«Άννα, παιδί μου…» ξεκίνησε διστακτικά.
«Μην αρχίσεις κι εσύ,» της είπα κουρασμένη.
«Θέλω μόνο να σου πω πως ό,τι κι αν κάνεις, εγώ είμαι εδώ.»
Έκλαψα στην αγκαλιά της σαν μικρό παιδί. Γιατί πάντα ήμουν η δυνατή – αυτή που κρατούσε το σπίτι όρθιο όταν ο Γιώργος δούλευε μέχρι αργά, αυτή που φρόντιζε τη Μαρία όταν είχε πυρετό, αυτή που έτρεχε για όλους εκτός από τον εαυτό της.
Το Σάββατο το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Γιώργος.
«Άννα… Μπορούμε να μιλήσουμε;»
Η φωνή του ήταν αμήχανη.
«Τι θέλεις;» ρώτησα ψυχρά.
«Ήθελα να ξέρεις ότι… δεν ήταν εύκολη απόφαση για μένα. Η Ελένη επέμενε να σε καλέσουμε. Λέει πως θέλει να δείξει ότι όλα είναι καθαρά μεταξύ μας.»
Γέλασα πικρά. «Καθαρά; Μετά από τόσα ψέματα;»
«Δεν ήθελα να σε πληγώσω…»
«Αλλά το έκανες.» Του έκλεισα το τηλέφωνο στα μούτρα.
Η Μαρία μπήκε στο δωμάτιο ακούγοντας την ένταση στη φωνή μου.
«Μαμά… Θέλεις να πάμε κάπου; Να ξεσκάσουμε;»
Την κοίταξα και χαμογέλασα αδύναμα. «Ναι, πάμε μια βόλτα στη θάλασσα.»
Καθίσαμε στην παραλία του Φλοίσβου και κοιτούσαμε τα καράβια. Η Μαρία έσπασε τη σιωπή:
«Μαμά… Φοβάμαι πως θα τον χάσω τελείως τώρα.»
Της έπιασα το χέρι. «Δεν θα τον χάσεις ποτέ. Είναι ο πατέρας σου – ό,τι κι αν γίνει.»
Γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. «Εσύ θα τον συγχωρούσες ποτέ;»
Έμεινα σιωπηλή για λίγο. «Δεν ξέρω αν μπορώ… Αλλά πρέπει να μάθω να ζω χωρίς αυτόν.»
Τις επόμενες μέρες όλοι είχαν άποψη: η μητέρα μου έλεγε να μην πάω στον γάμο – «είναι προσβολή!». Η Κατερίνα πρότεινε να πάω ντυμένη στα μαύρα και να τους στοιχειώσω τη χαρά τους. Η Μαρία ήθελε απλώς να τελειώσει όλο αυτό.
Το βράδυ πριν τον γάμο κάθισα μόνη στο σαλόνι και κοίταξα ξανά το προσκλητήριο. Σκέφτηκα όλα όσα πέρασα: τις νύχτες που περίμενα τον Γιώργο να γυρίσει σπίτι, τα ψέματα που κατάπινα για χάρη της οικογένειας, τις στιγμές που ένιωθα αόρατη δίπλα του.
Την επόμενη μέρα φόρεσα ένα απλό φόρεμα και πήγα στην εκκλησία – όχι για εκείνους, αλλά για μένα. Ήθελα να τους κοιτάξω στα μάτια και να τους δείξω πως δεν νίκησαν τελικά.
Η Ελένη με πλησίασε χαμογελώντας αμήχανα.
«Άννα… Ευχαριστώ που ήρθες.»
Την κοίταξα ψυχρά. «Δεν ήρθα για σένα.»
Ο Γιώργος απέφυγε το βλέμμα μου.
Έφυγα πριν αρχίσει το μυστήριο. Ένιωθα ελεύθερη – πρώτη φορά μετά από χρόνια.
Γύρισα σπίτι και αγκάλιασα τη Μαρία.
«Τελείωσε,» της είπα. «Από εδώ και πέρα ζούμε για εμάς.»
Αναρωτιέμαι ακόμα: Πόση δύναμη χρειάζεται για να συγχωρήσεις; Και πόση για να προχωρήσεις χωρίς να κοιτάς πίσω; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;