«Γιατί κανείς δεν με πήρε τηλέφωνο;» – Η αλήθεια μιας πεθεράς που έμεινε μόνη στα γενέθλιά της
«Γιατί δεν με πήρε κανείς τηλέφωνο;» Η φωνή της πεθεράς μου, της κυρίας Ελένης, αντηχούσε ακόμα στ’ αυτιά μου, παρόλο που το τηλέφωνο είχε κλείσει εδώ και ώρα. Ήταν βράδυ, το σπίτι μύριζε ακόμα από τα γεμιστά και το αρνί που είχα ετοιμάσει για τα γενέθλιά μου. Είχα καλέσει όλη την οικογένεια στο χωριό, ήθελα να νιώσω ξανά εκείνη τη ζεστασιά που θυμόμουν από τα παιδικά μου χρόνια. Όμως κάτι πήγε στραβά.
«Μαμά, γιατί δεν ήρθες;» ρώτησα τον άντρα μου, τον Νίκο, όταν τον είδα να κάθεται σκεφτικός στη βεράντα. Εκείνος απέφυγε το βλέμμα μου.
«Δεν ήθελε να κατέβει στο χωριό. Είπε πως δεν αισθάνεται καλά.»
«Και δεν μπορούσες να της τηλεφωνήσεις; Να της πεις μια καλή κουβέντα;»
Ο Νίκος αναστέναξε. «Όλο παράπονα είναι τελευταία. Ό,τι και να κάνω, δεν της φτάνει.»
Κοίταξα γύρω μου. Τα παιδιά έτρεχαν στην αυλή, η αδερφή μου γελούσε με τον ξάδερφό μου, ο πατέρας μου έπαιζε τάβλι με τον θείο Σπύρο. Κι όμως, ένιωθα ένα κενό. Η κυρία Ελένη ήταν πάντα εκεί σε κάθε γιορτή, με τα κουλουράκια της και τα αστεία της για τα παλιά χρόνια. Φέτος, όμως, έμεινε μόνη.
Το βράδυ, όταν όλοι είχαν φύγει κι εγώ μάζευα τα πιάτα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνη.
«Χρόνια πολλά, κορίτσι μου. Να χαίρεσαι την οικογένειά σου.» Η φωνή της ήταν σπασμένη.
«Σας περιμέναμε, κυρία Ελένη. Γιατί δεν ήρθατε;»
«Δεν ήθελα να σας ενοχλήσω. Άλλωστε, ποιος με θυμάται πια;»
Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος. Θυμήθηκα τις φορές που κι εγώ ένιωσα περιττή σε οικογενειακές μαζώξεις. Πόσο εύκολα μπορεί να νιώσει κάποιος μόνος, ακόμα κι αν γύρω του υπάρχουν άνθρωποι;
Την επόμενη μέρα πήγα να τη δω στην Καλαμάτα. Το σπίτι της μύριζε λεβάντα και παλιό σαπούνι. Καθόταν στην πολυθρόνα της με μια φωτογραφία του άντρα της στα χέρια.
«Ξέρεις, Μαρία,» μου είπε χαμηλόφωνα, «όταν ήμουν νέα, το σπίτι γέμιζε φωνές και γέλια. Τώρα ακούω μόνο το ρολόι.»
Κάθισα δίπλα της και της έπιασα το χέρι. «Σας αγαπάμε όλοι. Απλώς… καμιά φορά ξεχνιόμαστε.»
Με κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα. «Δεν θέλω να γίνω βάρος σε κανέναν. Αλλά μια καλημέρα… μια αγκαλιά…»
Εκείνη τη στιγμή μπήκε ο Νίκος. Κοντοστάθηκε στην πόρτα.
«Μάνα… συγγνώμη που δεν σε πήρα χθες.»
Η κυρία Ελένη χαμογέλασε αχνά. «Δεν πειράζει, παιδί μου. Να είστε καλά εσείς.»
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Ο Νίκος κάθισε δίπλα της και για πρώτη φορά μετά από καιρό την αγκάλιασε σφιχτά.
«Μάνα, δεν θέλω να νιώθεις μόνη σου. Απλώς… μερικές φορές τρέχουμε τόσο πολύ που ξεχνάμε τι έχει σημασία.»
Η κυρία Ελένη έκλεισε τα μάτια της και έγειρε στον ώμο του.
Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε να την συμπεριλάβουμε περισσότερο στη ζωή μας. Την καλούσαμε για καφέ, πηγαίναμε μαζί στη λαϊκή, ακόμα και τα παιδιά άρχισαν να τη ζητούν πιο συχνά.
Όμως η πληγή είχε ήδη ανοίξει. Μια μέρα, καθώς καθόμασταν όλες οι γυναίκες του σπιτιού στην αυλή πίνοντας ελληνικό καφέ, η θεία Κατερίνα είπε:
«Ξέρεις τι φταίει; Παλιά οι οικογένειες ήταν ενωμένες γιατί δεν είχαν τίποτα άλλο πέρα από τους δικούς τους ανθρώπους. Τώρα ο καθένας τρέχει για τη δουλειά του, τα παιδιά του… Ξεχνάμε τους μεγάλους.»
Η πεθερά μου χαμογέλασε πικρά. «Και μετά απορούμε γιατί νιώθουμε μόνοι.»
Σκέφτηκα πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί η επαφή μέσα στην καθημερινότητα. Πόσο δύσκολο είναι να βρεις χρόνο για τους ανθρώπους που σε μεγάλωσαν όταν όλα γύρω σου τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν στο μπαλκόνι κοιτώντας τα φώτα του χωριού να τρεμοπαίζουν στον ορίζοντα, ο Νίκος ήρθε δίπλα μου.
«Μήπως τελικά φταίμε όλοι λίγο;» με ρώτησε σιγανά.
Τον κοίταξα και αναρωτήθηκα: Πόσες φορές άφησα κι εγώ τους δικούς μου ανθρώπους να νιώσουν μόνοι; Πόσες φορές προτίμησα τη βολή μου από ένα τηλεφώνημα ή μια επίσκεψη;
Την επόμενη Κυριακή οργανώσαμε όλοι μαζί ένα μικρό τραπέζι στο σπίτι της κυρίας Ελένης. Ήρθαν τα εγγόνια της, οι γείτονες, ακόμα και η παλιά της φίλη η κυρία Σοφία από το διπλανό σπίτι.
Η πεθερά μου έλαμπε από χαρά. Μαγείρεψε παστίτσιο και γαλακτομπούρεκο – «για τα παιδιά», όπως είπε γελώντας.
Καθώς τρώγαμε όλοι μαζί κάτω από την κληματαριά, ένιωσα πως κάτι είχε αλλάξει μέσα μας. Ίσως ήταν η συνειδητοποίηση πως οι σχέσεις χρειάζονται φροντίδα – όπως ακριβώς ένα παλιό σπίτι που αν το αφήσεις μόνο του θα ρημάξει.
Το βράδυ εκείνο, πριν φύγουμε, η κυρία Ελένη με αγκάλιασε σφιχτά.
«Σε ευχαριστώ που δεν με ξέχασες.»
Γύρισα σπίτι με ανάμεικτα συναισθήματα: τύψεις για όσα άφησα να χαθούν αλλά και ελπίδα πως μπορούμε να ξαναχτίσουμε όσα ραγίζουν.
Τώρα αναρωτιέμαι: Πόσο εύκολα διαλύεται μια οικογένεια όταν αφήνουμε τις σκιές να μεγαλώνουν ανάμεσά μας; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;