Ξεχασμένη από τα Παιδιά μου: Η Τελευταία Προειδοποίηση μιας Μάνας

«Πάλι μόνη;» μουρμούρισα, καθώς το ρολόι του σαλονιού χτυπούσε πέντε. Η βροχή χτυπούσε τα τζάμια, και το σπίτι μύριζε καφέ και παλιές αναμνήσεις. Πόσο καιρό είχα να ακούσω τη φωνή του Νίκου ή της Μαρίας; Πόσο καιρό είχα να νιώσω πως ανήκω κάπου;

Το τηλέφωνο σιωπηλό. Το κινητό μου, γεμάτο ειδοποιήσεις από διαφημίσεις και τίποτα από τα παιδιά μου. Σηκώθηκα, πήγα στην κουζίνα και άρχισα να πλένω τα πιάτα που είχαν μείνει από το πρωί. Τα χέρια μου έτρεμαν. Θυμήθηκα τη φωνή της Μαρίας, όταν ήταν μικρή: «Μαμά, θα μείνεις πάντα μαζί μου;» Και τώρα, ούτε ένα μήνυμα.

Η πόρτα άνοιξε απότομα. Ήταν η γειτόνισσα, η κυρία Ελένη. «Κατερίνα, όλα καλά; Σε βλέπω σκεπτική τελευταία.»

«Όλα καλά, Ελένη μου. Απλώς… τα παιδιά δεν τηλεφωνούν πια.»

Με κοίταξε με κατανόηση. «Ξέρεις, κι εγώ τα ίδια περνάω. Τα παιδιά μας τρέχουν, δουλειές, οικογένειες… Αλλά εμείς;»

Έγνεψα. Δεν ήθελα να κλάψω μπροστά της. Όταν έφυγε, κάθισα στο τραπέζι και κοίταξα το παλιό άλμπουμ. Ο Νίκος στην αποφοίτησή του, η Μαρία με το πρώτο της ποδήλατο. Πόσα θυσίασα για να έχουν αυτά που δεν είχα εγώ; Ο άντρας μου, ο Παναγιώτης, έφυγε νωρίς. Μόνη μου τα μεγάλωσα. Δούλεψα σε καθαριστήριο, έραβα ρούχα τα βράδια για να μη λείψει τίποτα.

Το βράδυ, ξάπλωσα χωρίς να φάω. Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά μέσα μου όλα ήταν μουντά. «Δεν αντέχω άλλο αυτή τη σιωπή», σκέφτηκα. Πήρα το κινητό και έγραψα ένα μήνυμα στη Μαρία: «Κόρη μου, είσαι καλά; Μου λείπεις.» Καμία απάντηση.

Την επόμενη μέρα, πήγα στη λαϊκή. Οι γείτονες με χαιρετούσαν, αλλά ένιωθα αόρατη. Αγόρασα ντομάτες και φέτα για να φτιάξω γεμιστά – το αγαπημένο του Νίκου. Ίσως αν του τηλεφωνούσα…

«Νίκο, είσαι καλά;»

«Μαμά, είμαι στη δουλειά. Θα σε πάρω αργότερα.»

Δεν με πήρε ποτέ.

Το ίδιο βράδυ, κάθισα στο σαλόνι και κοίταξα το σπίτι. Ήταν μεγάλο για μένα μόνη. Τα δωμάτια άδεια, γεμάτα σκιές και αναμνήσεις. Έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται: «Αν το πουλούσα; Θα μπορούσα να ζήσω κάπου πιο μικρά, πιο ζεστά. Να έχω λίγα χρήματα στην άκρη. Να μην περιμένω κανέναν.»

Την επόμενη μέρα, ήρθε η κυρία Ελένη για καφέ.

«Κατερίνα, τι έχεις;»

«Σκέφτομαι να πουλήσω το σπίτι.»

Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Και τα παιδιά σου;»

«Δεν ενδιαφέρονται, Ελένη. Μόνο όταν χρειάζονται κάτι θυμούνται πως υπάρχω.»

Εκείνο το βράδυ, πήρα τη μεγάλη απόφαση. Έστειλα μήνυμα και στα δύο παιδιά: «Θέλω να μιλήσουμε όλοι μαζί. Ελάτε αύριο το απόγευμα.»

Την επόμενη μέρα, ήρθαν και οι δύο – πρώτη φορά μετά από μήνες.

Η Μαρία μπήκε πρώτη, αγκαλιάζοντας με βιασύνη. Ο Νίκος ακολούθησε, κοιτώντας το κινητό του.

«Τι συμβαίνει μαμά;» ρώτησε η Μαρία.

«Θέλω να σας πω κάτι σημαντικό», είπα με φωνή που έτρεμε. «Σκέφτομαι να πουλήσω το σπίτι.»

Ο Νίκος σήκωσε το βλέμμα του. «Γιατί;»

«Γιατί είμαι μόνη εδώ μέσα. Γιατί δεν αντέχω άλλο τη σιωπή και την αδιαφορία σας. Όλα τα έδωσα για εσάς, κι όμως νιώθω σαν να μην υπάρχω.»

Η Μαρία δάκρυσε. «Μαμά… δεν το καταλάβαμε…»

«Δεν καταλάβατε γιατί δεν θέλατε να δείτε», απάντησα σκληρά. «Όταν ήσασταν μικροί, ήμουν πάντα εκεί. Τώρα που σας χρειάζομαι εγώ, πού είστε;»

Ο Νίκος έσκυψε το κεφάλι. «Έχεις δίκιο μαμά… Αλλά η ζωή…»

«Η ζωή; Κι εγώ δεν έχω ζωή; Δεν έχω ανάγκες;»

Η ένταση στο δωμάτιο ήταν αποπνικτική. Η Μαρία με αγκάλιασε σφιχτά.

«Συγγνώμη μαμά… Θα προσπαθήσουμε να είμαστε πιο κοντά.»

«Δεν θέλω υποσχέσεις», είπα κουρασμένη. «Θέλω πράξεις.»

Τις επόμενες μέρες, τα παιδιά άρχισαν να τηλεφωνούν πιο συχνά. Η Μαρία ήρθε για καφέ, ο Νίκος με πήρε βόλτα στη θάλασσα. Όμως μέσα μου υπήρχε πάντα ο φόβος: θα κρατήσει αυτό ή θα ξαναγυρίσω στη μοναξιά;

Ένα απόγευμα, καθώς καθόμουν στο μπαλκόνι και έβλεπα τον ήλιο να δύει πίσω από τον Υμηττό, αναρωτήθηκα: «Άραγε αξίζει να θυσιάζουμε τα πάντα για τους άλλους; Ή μήπως πρέπει κάποια στιγμή να φροντίσουμε κι εμείς τον εαυτό μας;»

Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ έτσι; Θα πουλούσατε το σπίτι σας για να διεκδικήσετε λίγη αξιοπρέπεια και αγάπη;