Η κόρη μου με πήρε τηλέφωνο μέσα στη νύχτα, κλαίγοντας. Μου αποκάλυψε πως ο άντρας της την απατά, αλλά με παρακάλεσε να μη μιλήσω σε κανέναν.

Το τηλέφωνο χτύπησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Ποιος καλεί τέτοια ώρα; Στην οθόνη έγραφε «Ελένη». Η κόρη μου.

«Μαμά…» Η φωνή της ήταν σπασμένη, πνιγμένη στα δάκρυα. «Μπορώ να έρθω;»

«Φυσικά, παιδί μου! Τι έγινε;»

«Σε παρακαλώ… Μην πεις τίποτα σε κανέναν.»

Δέκα λεπτά αργότερα, η πόρτα χτύπησε. Άνοιξα και την είδα να στέκεται μπροστά μου, τα μάτια της πρησμένα, τα μαλλιά της ανακατεμένα, το πρόσωπό της άσπρο σαν το πανί. Έπεσε στην αγκαλιά μου και ξέσπασε σε λυγμούς.

«Τι συνέβη, Ελένη;» τη ρώτησα, προσπαθώντας να κρύψω τον πανικό μου.

«Ο Νίκος… με απατάει. Το έμαθα σήμερα. Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν θέλω να το μάθει κανείς. Ούτε ο πατέρας, ούτε η γιαγιά, ούτε ο αδερφός μου. Σε παρακαλώ, μαμά…»

Έμεινα άφωνη. Ο Νίκος; Ο γαμπρός μου, που πάντα έδειχνε τόσο τρυφερός μαζί της; Που έπαιζε με τα εγγόνια μου τα Σαββατοκύριακα; Που έλεγε πως η Ελένη είναι το φως της ζωής του; Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.

Την οδήγησα στον καναπέ. Της έφτιαξα χαμομήλι, όπως όταν ήταν μικρή και είχε πυρετό. Κάθισα δίπλα της και της χάιδεψα τα μαλλιά.

«Πώς το έμαθες;»

«Τον είδα να στέλνει μηνύματα. Δεν ήθελα να ψάξω, μα κάτι με έτρωγε. Και μετά… βρήκα φωτογραφίες. Μια άλλη γυναίκα. Δεν ξέρω ποια είναι. Μου είπε ότι είναι απλά φίλη από τη δουλειά. Αλλά… μαμά, δεν είμαι χαζή.»

Έμεινα σιωπηλή. Ήθελα να ουρλιάξω, να πάρω τηλέφωνο τον Νίκο και να του πω να μην ξαναπατήσει το πόδι του στο σπίτι μας. Αλλά η Ελένη με κοίταξε με εκείνα τα μάτια που είχε όταν ήταν παιδί και φοβόταν το σκοτάδι.

«Σε παρακαλώ… Μην το πεις σε κανέναν. Δεν θέλω να γίνω ρεζίλι στη γειτονιά. Ούτε να στεναχωρήσω τον πατέρα. Δεν αντέχει άλλο. Μετά το έμφραγμα…»

Ένιωσα το βάρος να με πλακώνει. Να κρατήσω το μυστικό της κόρης μου ή να προστατέψω την οικογένειά μου από ένα ψέμα;

Τις επόμενες μέρες, η Ελένη έμεινε μαζί μου. Ο πατέρας της ρωτούσε πού είναι ο Νίκος, γιατί δεν ήρθε να πάρει τα παιδιά, γιατί δεν απαντάει στα τηλέφωνα. Εγώ έλεγα ψέματα. «Έχει πολλή δουλειά», «είναι κουρασμένος», «κάτι έτυχε». Κάθε βράδυ, η Ελένη έκλαιγε στο δωμάτιό της κι εγώ έκλαιγα στη σιωπή της κουζίνας.

Μια μέρα, η πεθερά της Ελένης, η κυρία Μαρία, ήρθε απρόσκλητη.

«Τι συμβαίνει με τα παιδιά; Ο Νίκος δεν φαίνεται καλά τελευταία. Η Ελένη γιατί δεν απαντάει στα τηλέφωνα;»

Την κοίταξα στα μάτια. Ήθελα να της πω την αλήθεια, να ξεσπάσω. Αλλά θυμήθηκα την παράκληση της κόρης μου. «Όλα καλά, κυρία Μαρία. Λίγη κούραση. Θα περάσει.»

Το ψέμα έγινε καθημερινότητα. Η Ελένη δεν ήθελε να μιλήσει στον Νίκο. Δεν ήθελε να τον δει. Κι εγώ ήμουν ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

Ένα βράδυ, ο άντρας μου με βρήκε να κλαίω στην κουζίνα.

«Τι έχεις, Μαρία;»

«Τίποτα… απλά κουράστηκα.»

«Κάτι συμβαίνει με την Ελένη, έτσι δεν είναι;»

Δεν απάντησα. Έσκυψα το κεφάλι και σκούπισα τα μάτια μου.

«Ξέρεις… όταν ήμουν μικρός, ο πατέρας μου είχε μια φιλενάδα. Η μάνα μου το ήξερε, αλλά δεν μίλησε ποτέ. Έλεγε πως το σπίτι πρέπει να μένει ενωμένο, ό,τι κι αν γίνει.»

Τον κοίταξα με απορία. «Και τι έγινε τελικά;»

«Η μάνα μου πέθανε από τον καημό της. Ο πατέρας μου έμεινε μόνος του. Κανείς δεν βγήκε κερδισμένος.»

Τα λόγια του με τρυπούσαν σαν μαχαίρι. Μήπως κάνω λάθος που σιωπώ;

Η Ελένη άρχισε να χάνει βάρος. Δεν έτρωγε, δεν κοιμόταν. Τα παιδιά της ρωτούσαν πού είναι ο μπαμπάς. «Στη δουλειά», απαντούσε με τρεμάμενη φωνή.

Μια μέρα, ο μικρός της γιος, ο Γιωργάκης, ήρθε και με ρώτησε:

«Γιαγιά, γιατί η μαμά κλαίει κάθε βράδυ;»

Τον πήρα αγκαλιά και του είπα ένα ακόμα ψέμα. «Είναι κουρασμένη, αγόρι μου.»

Η πίεση μεγάλωνε. Η γειτονιά άρχισε να ψιθυρίζει. «Η Ελένη γύρισε στη μάνα της», «Ο Νίκος λείπει συνέχεια», «Κάτι τρέχει». Στο σούπερ μάρκετ, οι φιλενάδες μου με κοιτούσαν περίεργα.

Ένα απόγευμα, η Ελένη με πλησίασε αποφασισμένη.

«Μαμά… δεν αντέχω άλλο. Θέλω να του μιλήσω.»

«Θα είμαι δίπλα σου», της είπα.

Πήγαμε μαζί στο σπίτι τους. Ο Νίκος ήταν εκεί, σκυθρωπός.

«Θέλω να ξέρω την αλήθεια», του είπε η Ελένη.

Ο Νίκος κατέβασε το κεφάλι. «Συγγνώμη… Δεν ξέρω τι με έπιασε. Ήταν μια στιγμή αδυναμίας. Δεν σημαίνει τίποτα.»

Η Ελένη έκλαιγε σιωπηλά.

«Θέλω να φύγω», είπε τελικά.

Ο Νίκος προσπάθησε να την κρατήσει. «Σκέψου τα παιδιά…»

Η Ελένη τον κοίταξε στα μάτια. «Τα παιδιά χρειάζονται αλήθεια, όχι ψέματα.»

Γυρίσαμε σπίτι. Ο άντρας μου μας περίμενε στην πόρτα.

«Όλα καλά;»

Η Ελένη τον αγκάλιασε και ξέσπασε σε κλάματα.

Την επόμενη μέρα, όλη η οικογένεια έμαθε την αλήθεια. Η γιαγιά έκλαιγε, ο αδερφός της Ελένης φώναζε πως θα πάει να βρει τον Νίκο. Η κυρία Μαρία ήρθε στο σπίτι μας και παρακάλεσε την Ελένη να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στον γιο της.

Η Ελένη ήταν ανένδοτη.

«Δεν μπορώ να ζήσω με κάποιον που με πρόδωσε.»

Οι μέρες περνούσαν δύσκολα. Η οικογένεια διχάστηκε. Άλλοι έλεγαν πως η Ελένη έκανε καλά που έφυγε. Άλλοι πως έπρεπε να συγχωρέσει τον Νίκο για χάρη των παιδιών.

Εγώ; Ένιωθα πως έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Έβλεπα το παιδί μου να υποφέρει και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.

Ένα βράδυ, καθισμένες στο μπαλκόνι, η Ελένη με ρώτησε:

«Μαμά… έκανα καλά που μίλησα; Ή μήπως θα ήταν καλύτερα να σιωπήσω για πάντα;»

Την κοίταξα και δεν ήξερα τι να απαντήσω.

Και τώρα ρωτάω κι εγώ εσάς: Υπάρχει σωστή απάντηση όταν πρόκειται για την ευτυχία των παιδιών μας; Ή μήπως η σιωπή είναι το μεγαλύτερο βάρος που μπορεί να κουβαλήσει μια μάνα;