Τέσσερα Χρόνια Πριν, Όταν Μαζί Διαβάζαμε – Η Απώλεια του Αδελφού μου και η Διάλυση της Οικογένειας
«Γιατί δεν ήσουν εκεί;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, τέσσερα χρόνια μετά. Ήταν βράδυ, ένα από εκείνα τα ανοιξιάτικα απογεύματα που η Αθήνα μοσχοβολάει γιασεμί και καυσαέριο. Καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας, εγώ, η μάνα μου και ο πατέρας μου. Ο αδελφός μου, ο Νίκος, έλειπε. Για πάντα.
Δεν είχα απάντηση τότε. Δεν έχω ούτε τώρα. Πώς να εξηγήσεις σε μια μάνα ότι δεν μπορείς να σώσεις κάποιον που δεν θέλει να σωθεί; Ο Νίκος ήταν πάντα ο ήρωάς μου. Τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος, γεμάτος ζωή, ιδέες, όνειρα. Μαζί διαβάζαμε για τις Πανελλήνιες, γελούσαμε με τα αστεία του πατέρα μας, τσακωνόμασταν για το ποιος θα πάρει το αυτοκίνητο το Σάββατο βράδυ.
Όλα άλλαξαν εκείνο το βράδυ. Ο Νίκος είχε μπλέξει με λάθος παρέες. Το ήξερα, αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ. «Μην ανακατεύεσαι,» μου έλεγε πάντα. «Εγώ ξέρω τι κάνω.» Κι εγώ τον πίστευα. Ώσπου ένα τηλεφώνημα από το νοσοκομείο διέλυσε τα πάντα.
Η μητέρα μου δεν με κοίταξε ποτέ ξανά με τον ίδιο τρόπο. Ο πατέρας μου βυθίστηκε στη σιωπή του. Το σπίτι μας γέμισε σκιές και βαριά λόγια που ποτέ δεν ειπώθηκαν. Κάθε πρωί ξυπνούσα με την ελπίδα πως όλα ήταν ένα κακό όνειρο, αλλά η θέση του Νίκου στο τραπέζι έμενε άδεια.
«Αν ήσουν μαζί του εκείνο το βράδυ…» ψιθύρισε μια μέρα η μάνα μου, ενώ καθάριζε φασολάκια στην αυλή. Δεν απάντησα. Πώς να της πω ότι κι εγώ κάθε βράδυ αναρωτιέμαι το ίδιο; Αν είχα επιμείνει περισσότερο; Αν τον είχα ακολουθήσει; Αν…
Οι φίλοι μου προσπάθησαν να με στηρίξουν. Ο Γιάννης, ο παιδικός μου φίλος, ερχόταν κάθε απόγευμα να με πάρει για καφέ στην πλατεία. «Πρέπει να συνεχίσεις τη ζωή σου,» μου έλεγε. Μα πώς συνεχίζεις όταν νιώθεις πως φταις; Όταν βλέπεις τη μάνα σου να μαραζώνει μέρα με τη μέρα και τον πατέρα σου να πίνει μόνος του στο μπαλκόνι;
Οι συγγενείς έρχονταν τα πρώτα σαββατοκύριακα, έφερναν φαγητό, μιλούσαν σιγανά για τον Νίκο, σαν να μην πρέπει να ακουστεί το όνομά του δυνατά. Κάποιοι έριχναν το φταίξιμο στους φίλους του, άλλοι στους γονείς μας που «δεν πρόσεξαν αρκετά». Εγώ ένιωθα πως όλοι κοιτούσαν εμένα.
Ένα βράδυ, ο πατέρας μου μπήκε στο δωμάτιό μου. Δεν το συνήθιζε ποτέ αυτό.
«Στέφανε…» είπε διστακτικά. «Δεν φταις εσύ.»
Τον κοίταξα στα μάτια και είδα έναν άνθρωπο σπασμένο. Ήθελα να τον αγκαλιάσω, να του πω πως κι εγώ πονάω, αλλά τα λόγια κόλλησαν στον λαιμό μου.
«Κανείς μας δεν φταίει,» συνέχισε. «Ο καθένας κουβαλάει τον δικό του σταυρό.»
Από εκείνο το βράδυ άρχισα να παρατηρώ μικρές αλλαγές. Η μάνα μου άρχισε να μιλάει λίγο περισσότερο, να μαγειρεύει τα αγαπημένα φαγητά του Νίκου – σαν να ήθελε να τον κρατήσει ζωντανό μέσα από τις μυρωδιές και τις γεύσεις. Ο πατέρας μου άρχισε να βγαίνει για μικρούς περιπάτους στη γειτονιά.
Όμως οι πληγές ήταν ακόμα ανοιχτές. Κάθε φορά που περνούσα από το δωμάτιο του Νίκου, ένιωθα ένα βάρος στο στήθος. Τα πράγματά του έμειναν όπως τα είχε αφήσει: τα βιβλία του ανοιχτά στο γραφείο, τα ρούχα του διπλωμένα στην καρέκλα, η κιθάρα του στη γωνία.
Μια μέρα, αποφάσισα να μπω στο δωμάτιό του. Κάθισα στο κρεβάτι του και πήρα την κιθάρα στα χέρια μου. Θυμήθηκα πώς γελούσαμε όταν προσπαθούσε να με μάθει να παίζω «Το τρένο φεύγει στις οκτώ». Τα δάκρυα κύλησαν χωρίς να το καταλάβω.
«Συγγνώμη, Νίκο…» ψιθύρισα. «Ήθελα να σε σώσω.»
Την ίδια μέρα βρήκα ένα γράμμα στο συρτάρι του γραφείου του. Ήταν γραμμένο σε ένα παλιό τετράδιο:
«Στέφανε,
Ξέρω ότι ανησυχείς για μένα. Μην αφήσεις ποτέ κανέναν να σου πει ότι δεν προσπάθησες αρκετά. Είσαι ο καλύτερος αδελφός που θα μπορούσα να έχω.»
Το διάβασα ξανά και ξανά μέχρι που τα γράμματα θόλωσαν από τα δάκρυά μου.
Από εκείνη τη μέρα άρχισα να συγχωρώ τον εαυτό μου λίγο-λίγο. Δεν ήταν εύκολο – ακόμα και τώρα υπάρχουν νύχτες που ξυπνάω ιδρωμένος από εφιάλτες, ακούγοντας τη φωνή της μάνας μου: «Γιατί δεν ήσουν εκεί;»
Η οικογένειά μας δεν ξαναβρήκε ποτέ την παλιά της ισορροπία. Οι γιορτές είναι δύσκολες – πάντα υπάρχει μια καρέκλα άδεια στο τραπέζι. Όμως προσπαθούμε. Μιλάμε περισσότερο, θυμόμαστε τον Νίκο με αγάπη και όχι μόνο με πόνο.
Στην Ελλάδα λένε πως η οικογένεια είναι το παν – αλλά τι γίνεται όταν αυτή διαλύεται; Πώς μαζεύεις τα κομμάτια σου όταν όλα γύρω σου θυμίζουν αυτό που έχασες;
Τώρα δουλεύω σε ένα βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας. Κάθε μέρα βλέπω ανθρώπους να ψάχνουν απαντήσεις στα βιβλία – όπως κι εγώ ψάχνω ακόμα απαντήσεις μέσα μου.
Κάποιες φορές σκέφτομαι: Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, θα άλλαζα κάτι; Ή μήπως όλα όσα ζούμε είναι κομμάτι μιας διαδρομής που πρέπει να αποδεχτούμε;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Μπορεί κανείς πραγματικά να συγχωρέσει τον εαυτό του;