Ανάμεσα σε Δουλειά, Παιδιά και Μοναξιά: Όταν ο Άντρας σου Είναι Απών
«Μαμά, πού είναι το μπλε μου τετράδιο;» φωνάζει η Μαρία από το δωμάτιό της. Ταυτόχρονα, ο μικρός Γιώργος τρέχει στο σαλόνι με τα παπούτσια γεμάτα λάσπη. Κοιτάζω το ρολόι: 07:23. Σε επτά λεπτά πρέπει να είμαστε έξω από την πόρτα. Ο Νίκος κάθεται στην άκρη του τραπεζιού, με το βλέμμα καρφωμένο στο κινητό του. Δεν σηκώνει καν το κεφάλι όταν η Μαρία φωνάζει ξανά.
«Νίκο, μπορείς να βοηθήσεις λίγο;» ρωτάω, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου ήρεμη. Εκείνος σηκώνει το βλέμμα για ένα δευτερόλεπτο. «Έχω δουλειά, Ελένη. Μην αρχίζεις πρωί-πρωί.»
Η φράση του με χτυπάει σαν χαστούκι. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που νιώσαμε πραγματικά ομάδα. Ίσως πριν τρία χρόνια, όταν ακόμα γελούσαμε τα βράδια στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί. Τώρα, το μόνο που μοιραζόμαστε είναι η σιωπή και οι λογαριασμοί.
Βγαίνουμε βιαστικά από το σπίτι. Η Μαρία γκρινιάζει για το τετράδιο, ο Γιώργος κλαίει γιατί δεν πρόλαβε να δει κινούμενα σχέδια. Στο αυτοκίνητο, βάζω το ραδιόφωνο δυνατά για να καλύψω τις φωνές τους και τις δικές μου σκέψεις. Στο φανάρι, κοιτάζω τα πρόσωπά τους στον καθρέφτη και νιώθω ενοχές. Μήπως δεν είμαι αρκετά καλή μητέρα; Μήπως δεν είμαι αρκετά καλή σύζυγος;
Στη δουλειά, στο λογιστικό γραφείο της κυρίας Παπαδοπούλου στο Περιστέρι, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Ο μισθός μικρός, η πίεση μεγάλη. Η κυρία Παπαδοπούλου με κοιτάζει αυστηρά όταν αργώ πέντε λεπτά. «Ελένη, πρέπει να είσαι πιο συνεπής. Όλοι έχουμε προβλήματα στο σπίτι.»
Γυρίζω σπίτι το απόγευμα εξαντλημένη. Ο Νίκος έχει ήδη γυρίσει, αλλά είναι κλεισμένος στο δωμάτιο με τον υπολογιστή του. Τα παιδιά τσακώνονται για το ποιος θα δει πρώτος τηλεόραση. Κανείς δεν με ρωτάει πώς ήταν η μέρα μου.
Το βράδυ, όταν τα παιδιά κοιμούνται, προσπαθώ να μιλήσω στον Νίκο.
«Νίκο, μπορούμε να μιλήσουμε λίγο;»
Δεν απαντάει αμέσως. Κλείνει τον υπολογιστή και με κοιτάζει βαριεστημένα.
«Τι θες να πούμε; Όλα τα έχουμε πει.»
«Δεν είμαστε καλά… Εγώ δεν είμαι καλά. Νιώθω μόνη μου εδώ μέσα.»
«Κι εγώ τι να κάνω; Έχω κι εγώ τα δικά μου προβλήματα στη δουλειά. Δεν γίνεται να τα φορτώνεσαι όλα εσύ.»
«Μα εγώ τα φορτώνομαι όλα! Εσύ απλώς… λείπεις!»
Η φωνή μου σπάει. Εκείνος σηκώνεται και φεύγει από το δωμάτιο χωρίς άλλη κουβέντα.
Τη νύχτα ξαπλώνω δίπλα του αλλά νιώθω σαν να υπάρχει ένα αόρατο τείχος ανάμεσά μας. Θυμάμαι τη μάνα μου που έλεγε πάντα: «Οι άντρες στην Ελλάδα έτσι είναι, παιδί μου. Μην περιμένεις πολλά.» Αλλά εγώ περίμενα… Περίμενα να μεγαλώσουμε μαζί, να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον.
Τις επόμενες μέρες η κατάσταση χειροτερεύει. Ο Νίκος γίνεται όλο και πιο απόμακρος. Τα παιδιά αρχίζουν να παραπονιούνται ότι ο μπαμπάς δεν παίζει ποτέ μαζί τους. Η Μαρία με ρωτάει ένα βράδυ: «Μαμά, γιατί ο μπαμπάς δεν γελάει ποτέ πια;» Δεν ξέρω τι να της απαντήσω.
Στο γραφείο ακούω τις συναδέλφους μου να μιλάνε για τις διακοπές τους στη Σαντορίνη ή για τα νέα τους χόμπι. Η Σοφία ξεκίνησε δικό της eshop με χειροποίητα κοσμήματα. Η Κατερίνα ταξιδεύει κάθε μήνα σε άλλη πόλη για σεμινάρια. Εγώ νιώθω παγιδευμένη σε μια ζωή που δεν διάλεξα.
Ένα απόγευμα, μετά από έναν ακόμα καβγά με τον Νίκο για τα οικονομικά, παίρνω τηλέφωνο τη φίλη μου τη Δήμητρα.
«Δεν αντέχω άλλο, Δήμητρα… Νιώθω ότι πνίγομαι.»
«Έλα να βγούμε για έναν καφέ αύριο. Θα σου κάνει καλό.»
Συναντιόμαστε σε μια καφετέρια στο Αιγάλεω. Η Δήμητρα με ακούει προσεκτικά.
«Ελένη, πρέπει να σκεφτείς και τον εαυτό σου. Δεν μπορείς να ζεις μόνο για τους άλλους.»
«Και τι να κάνω; Να φύγω; Να διαλύσω την οικογένεια;»
«Όχι απαραίτητα… Αλλά πρέπει να βρεις κάτι που σε γεμίζει. Να θυμηθείς ποια ήσουν πριν γίνεις μόνο μαμά και σύζυγος.»
Τα λόγια της με στοιχειώνουν όλο το βράδυ. Θυμάμαι πόσο αγαπούσα τη ζωγραφική όταν ήμουν μικρή. Πόσο ήθελα κάποτε να ανοίξω δικό μου εργαστήρι.
Την επόμενη μέρα, ψάχνω στο ίντερνετ για μαθήματα ζωγραφικής στην περιοχή μου. Βρίσκω ένα εργαστήρι στην Πετρούπολη και αποφασίζω να πάω, έστω και μόνο για μία φορά.
Όταν μπαίνω στην αίθουσα, νιώθω σαν να ξαναβρίσκω ένα κομμάτι του εαυτού μου που είχα ξεχάσει. Οι ώρες περνούν χωρίς να το καταλάβω.
Όταν επιστρέφω σπίτι, ο Νίκος με κοιτάζει περίεργα.
«Πού ήσουν;»
«Σε μάθημα ζωγραφικής.»
«Και τα παιδιά;»
«Τα πρόσεξε η μάνα μου.»
Δεν λέει τίποτα άλλο. Αλλά για πρώτη φορά εδώ και καιρό νιώθω λίγο πιο ζωντανή.
Τις επόμενες εβδομάδες συνεχίζω τα μαθήματα ζωγραφικής. Τα παιδιά χαίρονται όταν τους δείχνω τις ζωγραφιές μου. Ο Νίκος παραμένει απόμακρος αλλά αρχίζει να παρατηρεί την αλλαγή στη διάθεσή μου.
Ένα βράδυ, καθώς ζωγραφίζω στην κουζίνα, έρχεται και κάθεται απέναντί μου.
«Ελένη… Συγγνώμη αν σε άφησα μόνη σου τόσο καιρό.»
Τον κοιτάζω χωρίς να ξέρω τι να πω.
«Κι εγώ έχασα τον εαυτό μου… Δεν ξέρω πώς να γίνουμε όπως πριν.»
«Ίσως δεν χρειάζεται να γίνουμε όπως πριν», του λέω ήρεμα. «Ίσως πρέπει απλώς να προσπαθήσουμε να είμαστε καλύτεροι τώρα.»
Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουμε. Ξέρω μόνο ότι δεν θέλω πια να χάνομαι μέσα στη σιωπή και τη ρουτίνα.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα νιώθουν σαν εμένα; Πόσες παλεύουν μόνες τους πίσω από κλειστές πόρτες; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;