«Παιδιά, το φαγητό είναι έτοιμο»: Μια μέρα που κανείς δεν θυμήθηκε

«Παιδιά, το φαγητό είναι έτοιμο!» φώναξα για τρίτη φορά, προσπαθώντας να κρύψω τον εκνευρισμό στη φωνή μου. Η κουζίνα μύριζε γεμιστά, εκείνη τη μυρωδιά που πάντα έλεγε ο Νίκος πως του θύμιζε τα καλοκαίρια στο χωριό. Τα γεμιστά ήταν το αγαπημένο του φαγητό, αλλά σήμερα, όπως και τόσες άλλες φορές, το πιάτο του έμεινε άδειο στο τραπέζι.

Άκουσα βήματα από το δωμάτιο της Μαρίας. «Μαμά, έχω διάβασμα, δεν πειράζει να φάω αργότερα;» Η φωνή της ήταν κουρασμένη, σχεδόν αδιάφορη. Ο μικρός ο Γιώργος, πάλι, ήταν κολλημένος στο κινητό του. «Έλα ρε μαμά, πέντε λεπτά ακόμα! Έχω ματς στο FIFA!»

Κοίταξα το ρολόι. Ο άντρας μου, ο Σταύρος, είχε πει πως θα γύριζε νωρίς από τη δουλειά. Ήταν ήδη οκτώ και μισή. Το τηλέφωνο χτύπησε. «Έλα, Αγγελική… Θα αργήσω λίγο ακόμα. Έχουμε πρόβλημα στο μαγαζί με τον προμηθευτή. Μην με περιμένετε.»

Έκλεισα το τηλέφωνο και ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου. Ήθελα να ουρλιάξω, να σπάσω το πιάτο στον τοίχο. Αντί γι’ αυτό, έβαλα ένα χαμόγελο και ξαναφώναξα: «Παιδιά, ελάτε να φάμε όλοι μαζί! Μια φορά την εβδομάδα ζητάω…»

Η Μαρία βγήκε από το δωμάτιό της με τα ακουστικά στα αυτιά. Κάθισε απέναντί μου και άρχισε να τρώει μηχανικά, χωρίς να με κοιτάζει. «Πώς πήγε το διαγώνισμα;» τη ρώτησα. «Καλά…» απάντησε ξερά. Ο Γιώργος ήρθε τελικά, αλλά έτρωγε με το ένα χέρι και με το άλλο έγραφε μηνύματα.

«Τι συμβαίνει; Γιατί κανείς δεν μιλάει;» ρώτησα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Η Μαρία σήκωσε τους ώμους. «Δεν συμβαίνει τίποτα, μαμά.» Ο Γιώργος γέλασε ειρωνικά: «Άσε μας τώρα…»

Θυμήθηκα τότε τα λόγια της μάνας μου: «Όσο μεγαλώνουν τα παιδιά, τόσο μεγαλώνει και η μοναξιά σου.» Τότε γελούσα μαζί της. Τώρα όμως…

Το σπίτι ήταν γεμάτο ανθρώπους κι όμως ένιωθα πιο μόνη από ποτέ. Θυμήθηκα τα χρόνια που ήμουν κι εγώ παιδί, που η μάνα μου έβαζε το καλό τραπεζομάντηλο για να μας μαζέψει όλους γύρω από το τραπέζι. Τότε όλα έμοιαζαν πιο απλά.

«Μαμά, μπορώ να φύγω; Έχω να μιλήσω με τη Δήμητρα για το project.» Η Μαρία σηκώθηκε πριν καν τελειώσει το φαγητό της. Ο Γιώργος είχε ήδη εξαφανιστεί στο δωμάτιό του.

Έμεινα μόνη στην κουζίνα, με τα άδεια πιάτα και τις σκέψεις μου. Άρχισα να μαζεύω σιωπηλά. Κάθε πιρούνι που έπεφτε στον νεροχύτη ήταν σαν καρφί στην καρδιά μου.

Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Ήταν η μάνα μου. «Τι κάνεις, κορίτσι μου;» Η φωνή της ήταν ζεστή αλλά κουρασμένη. «Καλά είμαι, μαμά…» ψέλλισα.

«Τα παιδιά;»

«Όλα καλά…»

Ήθελα να της πω πόσο μόνη ένιωθα, πόσο δύσκολο είναι να κρατήσεις μια οικογένεια ενωμένη όταν ο καθένας τραβάει τον δρόμο του. Αλλά δεν είπα τίποτα.

Το βράδυ ο Σταύρος γύρισε αργά. Κάθισε δίπλα μου στον καναπέ χωρίς να μιλήσει. Μύριζε τσιγάρο και άγχος.

«Πώς πήγε η μέρα;» τον ρώτησα.

«Τα ίδια…» απάντησε ξερά.

«Έφαγες;»

«Δεν πεινάω.»

Σιωπή. Μόνο η τηλεόραση ακουγόταν στο βάθος.

Κοίταξα τον Σταύρο και είδα έναν ξένο. Πού πήγε εκείνος ο άντρας που κάποτε γελούσε δυνατά και με έπαιρνε αγκαλιά; Πού πήγε η οικογένειά μας;

Θυμήθηκα τότε μια παλιά μας φωτογραφία από διακοπές στη Νάξο. Όλοι γελούσαμε, τα παιδιά ήταν μικρά και ήθελαν συνέχεια αγκαλιές και παραμύθια πριν κοιμηθούν. Τώρα ούτε ένα «καληνύχτα» δεν ακούγεται.

Σηκώθηκα αργά και πήγα στο δωμάτιο της Μαρίας. Χτύπησα απαλά την πόρτα.

«Μπορώ να μπω;»

«Ναι…»

Την είδα σκυμμένη πάνω από το λάπτοπ της.

«Μαρία… Θυμάσαι που μικρή ήθελες κάθε βράδυ να σου λέω ιστορίες;»

Με κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια μετά από μέρες.

«Ναι…»

«Θέλεις να σου πω μία τώρα;»

Χαμογέλασε αχνά. «Είμαι μεγάλη πια, μαμά.»

Έκλεισα την πόρτα σιγά-σιγά και πήγα στο δωμάτιο του Γιώργου.

«Γιώργο;»

«Τι είναι;»

«Θέλεις κάτι; Να σου φτιάξω ένα ζεστό γάλα;»

«Όχι ρε μαμά… Άσε με λίγο μόνο.»

Γύρισα στην κουζίνα και κάθισα στο τραπέζι μόνη μου. Έβαλα ένα ποτήρι κρασί και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Η Αθήνα φωτισμένη, αλλά εγώ ένιωθα σκοτεινή μέσα μου.

Σκέφτηκα όλα όσα έχω κάνει για την οικογένειά μου: τις ώρες στη δουλειά για να μη λείψει τίποτα στα παιδιά, τα ξενύχτια όταν είχαν πυρετό, τα όνειρα που άφησα στην άκρη για να είναι όλοι καλά.

Και τώρα; Τώρα κανείς δεν φαίνεται να νοιάζεται αν είμαι καλά εγώ.

Άραγε έτσι είναι η ζωή όλων των μανάδων στην Ελλάδα σήμερα; Να παλεύεις κάθε μέρα για τους άλλους και στο τέλος να μένεις μόνη;

Αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, θα άλλαζα κάτι; Ή μήπως αυτή είναι η μοίρα μας – να αγαπάμε χωρίς αντάλλαγμα;

Τι λέτε εσείς; Έχετε νιώσει ποτέ έτσι; Πόσο δύσκολο είναι τελικά να κρατήσεις μια οικογένεια ενωμένη στη σημερινή Ελλάδα;