Όταν η μητέρα μου αποφάσισε να γυρίσει τον χρόνο πίσω: Μια ιστορία για μια κρέμα και μια οικογένεια στα πρόθυρα της κατάρρευσης

«Μαρία, γιατί δεν με κοιτάς στα μάτια όταν σου μιλάω;» Η φωνή της μητέρας μου, της Ελένης, αντήχησε στην κουζίνα μας, διαπερνώντας το πρωινό φως που έμπαινε από το παράθυρο. Κρατούσα ακόμα το κουτί με την καινούρια αντιγηραντική κρέμα που μου είχαν στείλει από τη δουλειά. Ήξερα πως κάτι δεν πήγαινε καλά από τη στιγμή που την είδα να το ανοίγει με τόση λαχτάρα, λες και κρατούσε το εισιτήριο για μια δεύτερη νιότη.

«Μαμά, σου έχω πει να μην βάζεις ό,τι βρεις στο πρόσωπό σου. Δεν είναι όλα για σένα», της είπα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τον εκνευρισμό μου. Εκείνη όμως είχε ήδη βάλει μια γενναία ποσότητα στο χέρι της και την άπλωνε με μανία στα μαλλιά της.

«Θέλω να ξαναδώ τα μαλλιά μου όπως ήταν στα είκοσι μου. Δεν καταλαβαίνεις πώς είναι να σε κοιτάνε όλοι σαν να είσαι αόρατη;»

Έμεινα άφωνη. Η μητέρα μου, που πάντα ήταν δυναμική, γεμάτη αυτοπεποίθηση, τώρα στεκόταν μπροστά μου σαν μικρό κορίτσι που ζητούσε έγκριση. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο αγωνία και προσμονή.

«Μαμά, αυτή η κρέμα είναι για το πρόσωπο! Δεν είναι βαφή μαλλιών!»

«Μα τι ξέρεις εσύ; Εγώ έχω ζήσει! Εσύ μόνο πουλάς κρέμες και νομίζεις πως τα ξέρεις όλα!»

Η φωνή της ανέβηκε. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Από τότε που πέθανε ο πατέρας μου, η σχέση μας είχε γίνει πιο εύθραυστη. Ζούσαμε μαζί στο μικρό μας διαμέρισμα στα Πατήσια, προσπαθώντας να επιβιώσουμε με τον μισθό μου από το κατάστημα καλλυντικών και τη σύνταξή της.

Το απόγευμα εκείνης της μέρας, γύρισα σπίτι εξαντλημένη. Η μητέρα μου καθόταν στον καναπέ, με μια πετσέτα τυλιγμένη στο κεφάλι. Το σπίτι μύριζε έντονα χημικά.

«Τι έκανες πάλι;» τη ρώτησα.

«Άφησα την κρέμα όλη μέρα στα μαλλιά μου. Αύριο θα είμαι δέκα χρόνια νεότερη!»

Το επόμενο πρωί, ξύπνησα από τις φωνές της.

«Μαρία! Έλα γρήγορα!»

Έτρεξα στο μπάνιο και την είδα μπροστά στον καθρέφτη. Τα μαλλιά της είχαν γίνει πράσινα. Πράσινα σαν το γρασίδι μετά τη βροχή.

«Θεέ μου…» ψιθύρισα.

«Τι θα κάνω τώρα; Πώς θα βγω έξω; Θα με κοροϊδεύουν όλοι στη λαϊκή!»

Προσπάθησα να την ηρεμήσω, αλλά εκείνη είχε ήδη αρχίσει να κλαίει. Τα δάκρυά της έτρεχαν πάνω στα μάγουλά της, αφήνοντας γραμμές ανάμεσα στις ρυτίδες που τόσο ήθελε να εξαφανίσει.

«Δεν αντέχω άλλο να μεγαλώνω μόνη μου», είπε μέσα από τους λυγμούς της. «Ο πατέρας σου έφυγε νωρίς, εσύ όλη μέρα δουλεύεις… Εγώ τι έχω; Μόνο τις αναμνήσεις μου και κάτι κρέμες που υπόσχονται θαύματα.»

Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου. Δεν ήξερα τι να πω. Πόσες φορές είχαμε τσακωθεί για μικροπράγματα; Πόσες φορές είχα ευχηθεί να είχαμε μια πιο ήρεμη σχέση;

Τις επόμενες μέρες, η μητέρα μου δεν έβγαινε από το σπίτι. Της έφερα μια μαντίλα για τα μαλλιά, αλλά αρνήθηκε να τη φορέσει.

«Δεν θα κρύψω το λάθος μου. Ας με δουν όλοι όπως είμαι», είπε πεισματικά.

Στη δουλειά ήμουν αφηρημένη. Η προϊσταμένη μου, η κυρία Κατερίνα, με πλησίασε ένα απόγευμα.

«Μαρία, όλα καλά στο σπίτι;»

Δεν άντεξα και ξέσπασα σε κλάματα μπροστά της. Της τα είπα όλα: για τη μητέρα μου, για τα οικονομικά μας προβλήματα, για το πώς νιώθω ότι πνίγομαι.

«Ξέρεις…» μου είπε απαλά, «οι γονείς μας φοβούνται περισσότερο από εμάς τον χρόνο που περνάει. Μην τους θυμώνεις όταν κάνουν λάθη.»

Γύρισα σπίτι αποφασισμένη να μιλήσω στη μητέρα μου χωρίς θυμό. Την βρήκα να κάθεται στο μπαλκόνι, κοιτάζοντας τα φώτα της πόλης.

«Μαμά…» ξεκίνησα δειλά. «Θέλεις να πάμε μαζί σε έναν κομμωτή; Να σου φτιάξει τα μαλλιά;»

Με κοίταξε με μάτια γεμάτα δάκρυα αλλά και ελπίδα.

«Θα έρθεις μαζί μου;»

«Φυσικά.»

Την επόμενη μέρα πήγαμε μαζί στο κομμωτήριο της κυρίας Σοφίας στη γειτονιά. Όλες οι γυναίκες εκεί σχολίαζαν χαμηλόφωνα τα πράσινα μαλλιά της μητέρας μου, αλλά εκείνη στάθηκε περήφανη στην καρέκλα.

Η κυρία Σοφία έκανε ό,τι μπορούσε για να επαναφέρει το φυσικό χρώμα των μαλλιών της μητέρας μου. Όταν τελείωσε, η μητέρα μου χαμογέλασε πλατιά – πρώτη φορά μετά από μέρες.

Στο δρόμο του γυρισμού, κρατούσε το χέρι μου σφιχτά.

«Συγγνώμη αν σε στενοχώρησα», μου είπε χαμηλόφωνα.

«Κι εγώ συγγνώμη που δεν σε καταλαβαίνω πάντα», της απάντησα.

Το βράδυ καθίσαμε μαζί στον καναπέ και μιλήσαμε για ώρες – για τον πατέρα μου, για τα νιάτα της, για τα όνειρά της που δεν πρόλαβε να ζήσει.

Κατάλαβα τότε πως πίσω από κάθε παράξενη αντίδραση, πίσω από κάθε πείσμα ή λάθος επιλογή, κρύβεται ένας φόβος: ο φόβος του χρόνου που περνάει και μας αφήνει πίσω.

Αναρωτιέμαι συχνά: Πόσες φορές αφήνουμε τους ανθρώπους μας να νιώθουν μόνοι στον αγώνα τους ενάντια στον χρόνο; Μήπως τελικά αυτό που χρειάζονται δεν είναι άλλη μια κρέμα ή ένα θαύμα, αλλά απλώς ένα χέρι να κρατήσουν;