«Πήγα να Ξεκουραστώ στο Σπίτι του Γιου μου στην Αθήνα, αλλά Κατέληξα να Καθαρίζω τα Πάντα – Ούτε Ένα Ευχαριστώ από Κανέναν»
«Μάνα, μπορείς να βάλεις το πλυντήριο; Δεν προλαβαίνω τώρα, έχω meeting σε πέντε λεπτά», μου φώναξε ο Νίκος από το γραφείο του, χωρίς καν να με κοιτάξει. Η φωνή του αντηχούσε στο μικρό διαμέρισμα της Κυψέλης, ανάμεσα σε στοίβες από ρούχα, άπλυτα πιάτα και μυρωδιά καμένου καφέ. Είχα φτάσει μόλις χθες από το χωριό, κουρασμένη αλλά γεμάτη λαχτάρα να δω το παιδί μου και τη νύφη μου, τη Μαρία. Είχα να τους δω από τον γάμο τους πέρσι, κι όλο έλεγα πως θα κάνω ένα διάλειμμα από τα χωράφια και τις κότες, να ξεκουραστώ λίγο στην πόλη.
Αντί για ξεκούραση, όμως, βρέθηκα να μαζεύω τα εσώρουχα της Μαρίας από το πάτωμα του μπάνιου και να τρίβω λεκέδες από τον πάγκο της κουζίνας. Η Μαρία έτρεχε πάνω-κάτω με το κινητό στο χέρι, μιλώντας για deadlines και projects, ενώ εγώ προσπαθούσα να βρω μια γωνιά να κάτσω χωρίς να σκοντάψω σε παπούτσια ή σακούλες με ψώνια. «Μαμά, αν μπορείς, βάλε και λίγο φαΐ στη φωτιά. Έχουμε μόνο κάτι έτοιμα στο ψυγείο», μου είπε κάποια στιγμή, χωρίς καν να σηκώσει το βλέμμα της από την οθόνη.
Θυμάμαι όταν ήμουν εγώ νέα μάνα, στο χωριό. Το σπίτι μας ήταν πάντα καθαρό, το τραπέζι στρωμένο, κι ας δούλευα στα χωράφια από τα χαράματα. Ο άντρας μου, ο Γιώργος, έλεγε πως «η μάνα κρατάει το σπίτι όρθιο». Τώρα όμως ένιωθα σαν υπηρέτρια σε ξένο σπίτι. Κανείς δεν με ρώτησε αν κουράστηκα στο ταξίδι ή αν θέλω έναν καφέ. Ούτε ένα «καλώς ήρθες» όπως παλιά.
Το βράδυ, καθώς καθόμουν μόνη στην κουζίνα με ένα φλιτζάνι τσάι, άκουσα τη Μαρία να λέει στον Νίκο: «Η μαμά σου είναι εδώ και μας βοηθάει πολύ. Αλλά μην ξεχνάς πως έχουμε και τη δική μας ζωή». Ο Νίκος απάντησε ψιθυριστά: «Ναι, αλλά τι να κάνουμε; Αν δεν τα κάνει εκείνη, θα τα κάνουμε εμείς; Δεν προλαβαίνουμε». Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στήθος. Ήμουν βάρος ή βοήθεια; Ήμουν καλεσμένη ή υπηρέτρια;
Την επόμενη μέρα ξύπνησα νωρίς. Το σπίτι ήταν βουβό. Μπήκα στην κουζίνα και άρχισα να καθαρίζω τα πιάτα που είχαν μείνει από το βράδυ. Έβαλα πλυντήριο, σκούπισα το σαλόνι, άλλαξα τα σεντόνια στο δωμάτιό τους. Κάποια στιγμή μπήκε η Μαρία με μισόκλειστα μάτια. «Καλημέρα», είπε ξερά. «Έχεις δει το τάπερ με το φαγητό που είχα για το γραφείο;» Της το έδωσα χωρίς να πω λέξη.
Όταν γύρισε ο Νίκος το απόγευμα, άνοιξε την πόρτα και είπε: «Ωραία μυρίζει! Έκανες φακές;» Του χαμογέλασα αχνά. «Ναι, παιδί μου. Να φας κάτι ζεστό». Κάθισε στο τραπέζι με το κινητό στο χέρι. Δεν σήκωσε καν τα μάτια του να με κοιτάξει. Η Μαρία έφαγε βιαστικά και έφυγε για γυμναστήριο.
Το βράδυ κάθισα στο μπαλκόνι μόνη μου. Κοίταζα τα φώτα της πόλης και σκεφτόμουν πόσο διαφορετικά είναι όλα εδώ. Στο χωριό, αν ερχόταν η μάνα μου σπίτι μου, θα της έστρωνα τραπέζι, θα της έφτιαχνα καφέ, θα την άφηνα να ξεκουραστεί. Εδώ ένιωθα αόρατη.
Την τρίτη μέρα αποφάσισα να μιλήσω. «Νίκο», του είπα όταν βρήκα λίγο χρόνο που δεν είχε δουλειά. «Ήρθα να σας δω, όχι για να κάνω δουλειές. Ήθελα λίγο χρόνο μαζί σας». Με κοίταξε ξαφνιασμένος. «Μα μαμά, μας βοηθάς πολύ! Δεν καταλαβαίνεις πόσο τρέχουμε εδώ…» Η Μαρία μπήκε στη συζήτηση: «Δεν έχουμε χρόνο ούτε για τον εαυτό μας. Αν δεν θέλεις να κάνεις δουλειές, απλά πες το!»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. «Δεν είναι αυτό… Απλά ήθελα λίγη παρέα. Να πιούμε έναν καφέ όλοι μαζί, να πούμε δυο κουβέντες…» Ο Νίκος αναστέναξε: «Μαμά, η ζωή εδώ είναι αλλιώς. Δεν έχουμε χρόνο για τέτοια». Η Μαρία συμπλήρωσε: «Στο χωριό μπορεί να κάθεστε στις αυλές και να μιλάτε ώρες. Εδώ δεν γίνεται».
Το ίδιο βράδυ πήγα στο δωμάτιό μου νωρίς. Άκουγα τη Μαρία να μιλάει στο τηλέφωνο με τη μητέρα της: «Η πεθερά μου έχει έρθει και νομίζει ότι είμαστε ακόμα στο χωριό… Δεν καταλαβαίνει πως έχουμε άλλες προτεραιότητες». Ένιωσα ξένη μέσα στο ίδιο μου το αίμα.
Την επόμενη μέρα μάζεψα τα πράγματά μου αθόρυβα. Άφησα ένα σημείωμα στον πάγκο: «Σας αγαπώ πολύ. Ήρθα για εσάς, όχι για τις δουλειές. Να προσέχετε». Πήρα το λεωφορείο για το χωριό χωρίς να τους ξυπνήσω.
Όταν έφτασα σπίτι μου, άνοιξα τα παράθυρα και άφησα τον αέρα του βουνού να γεμίσει το σπίτι μου. Έβαλα καφέ και κάθισα στην αυλή κάτω από τη συκιά. Σκέφτηκα πόσο διαφορετικές είναι οι ζωές μας – πόσο απομακρυνθήκαμε χωρίς καν να το καταλάβουμε.
Αλήθεια… αξίζει τελικά να προσφέρεις όταν κανείς δεν το εκτιμά; Μήπως πρέπει κι εγώ να μάθω να λέω όχι; Θα ήθελα πολύ να ακούσω τις δικές σας ιστορίες…