«Ακόμα κοιμάσαι; Ώρα να ετοιμάσεις πρωινό για τον Μάρκο – με πήρε η μάνα του»: Πρέπει να ζω με έναν άντρα που εξαρτάται από τη μητέρα του;

«Ακόμα κοιμάσαι; Ώρα να ετοιμάσεις πρωινό για τον Μάρκο – με πήρε η μάνα του». Η φωνή της πεθεράς μου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, παρόλο που το τηλέφωνο έχει κλείσει εδώ και λίγα λεπτά. Κοιτάζω τον Μάρκο που κοιμάται δίπλα μου, ήρεμος, σαν να μην τον αγγίζει τίποτα. Εγώ όμως νιώθω το στήθος μου να σφίγγεται. Πώς γίνεται να είμαι τόσο ερωτευμένη και ταυτόχρονα τόσο θυμωμένη;

Σηκώνομαι αθόρυβα, προσπαθώντας να μην τον ξυπνήσω. Η κουζίνα μας είναι μικρή, γεμάτη με ταπεράκια που μας φέρνει κάθε εβδομάδα η κυρία Σοφία, η μητέρα του. «Να τρώτε καλά, παιδάκια μου», λέει πάντα, αλλά ξέρω πως το κάνει για να έχει λόγο να έρχεται. Κάθε φορά που ανοίγω το ψυγείο και βλέπω τα φαγητά της, νιώθω σαν να εισβάλλει στον χώρο μας.

«Ελένη, τι κάνεις εκεί;» ακούω τη φωνή του Μάρκου πίσω μου. Δεν μπορώ να κρύψω τον εκνευρισμό μου.

«Τίποτα, ετοιμάζω πρωινό. Η μαμά σου πήρε τηλέφωνο», του απαντώ κοφτά.

Σηκώνει τους ώμους αδιάφορα. «Έτσι είναι η μάνα μου, τι να κάνουμε; Θέλει το καλό μας.»

«Το καλό μας ή να μας ελέγχει;» πετάγομαι χωρίς να το σκεφτώ. Εκείνος με κοιτάζει ξαφνιασμένος.

«Μην αρχίζεις πάλι, σε παρακαλώ. Δεν μπορώ να μαλώσω με τη μάνα μου για όλα.»

Κάθομαι απέναντί του στο τραπέζι. Θυμάμαι την πρώτη φορά που γνώρισα την κυρία Σοφία. Ήταν ευγενική, χαμογελαστή, αλλά τα μάτια της με σκάναραν από πάνω μέχρι κάτω. «Τι δουλειά κάνεις; Πόσα βγάζεις; Έχεις σκεφτεί πότε θα κάνετε παιδιά;» Ερωτήσεις που με έκαναν να νιώσω σαν να περνάω συνέντευξη για δουλειά.

Οι μήνες περνούν και η κατάσταση δεν αλλάζει. Κάθε Κυριακή τραπέζι στο σπίτι της, κάθε απόφαση – από το τι θα φάμε μέχρι πού θα πάμε διακοπές – περνάει πρώτα από εκείνη. Ο Μάρκος δεν αντιδρά ποτέ. «Έτσι μεγάλωσα», λέει. «Η μάνα μου πάντα αποφάσιζε.»

Μια μέρα, μετά από έναν ακόμα καβγά για το αν θα πάμε στη Χαλκιδική ή στη Σύρο (η κυρία Σοφία προτιμάει Χαλκιδική γιατί «εκεί έχει καλύτερα νερά»), ξεσπάω.

«Δεν αντέχω άλλο! Δεν είμαστε παιδιά! Πότε θα πάρεις μια απόφαση μόνος σου;»

Ο Μάρκος με κοιτάζει αμήχανα. «Δεν θέλω να στενοχωρήσω τη μάνα μου.»

«Κι εγώ; Εγώ τι είμαι;» φωνάζω με δάκρυα στα μάτια.

Το ίδιο βράδυ, παίρνω τηλέφωνο τη δική μου μητέρα. «Μαμά, δεν ξέρω αν μπορώ να συνεχίσω έτσι.»

Η φωνή της είναι ζεστή αλλά αυστηρή: «Ελένη μου, η αγάπη θέλει υπομονή αλλά και όρια. Αν δεν βάλεις τα όριά σου τώρα, δεν θα τα βάλεις ποτέ.»

Την επόμενη μέρα αποφασίζω να μιλήσω στην κυρία Σοφία. Την καλώ για καφέ στο σπίτι μας.

«Ελένη μου, τι συμβαίνει;» ρωτάει με το γνωστό της ύφος.

«Θέλω να σας παρακαλέσω κάτι», της λέω ήρεμα αλλά σταθερά. «Να μας αφήσετε λίγο χώρο να ζήσουμε σαν ζευγάρι. Να πάρουμε κι εμείς κάποιες αποφάσεις μόνοι μας.»

Με κοιτάζει σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα και μετά χαμογελάει ψεύτικα. «Εγώ μόνο το καλό σας θέλω. Αλλά αν αυτό θέλετε…»

Ο Μάρκος όταν το μαθαίνει γίνεται έξαλλος.

«Γιατί ανακατεύτηκες; Τώρα θα νομίζει ότι δεν την θέλουμε!»

«Δεν είναι αυτό! Θέλω απλώς να ζήσουμε σαν ζευγάρι! Να είμαστε εμείς οι δύο!»

Οι μέρες περνούν μέσα σε παγωμένη ατμόσφαιρα. Ο Μάρκος απομακρύνεται όλο και περισσότερο. Βρίσκω τον εαυτό μου να περπατάει μόνη στους δρόμους της Αθήνας, να σκέφτομαι αν αξίζει όλο αυτό.

Ένα βράδυ γυρίζω σπίτι και τον βρίσκω να μιλάει στο τηλέφωνο με τη μητέρα του. Μόλις κλείνει, με κοιτάζει και λέει:

«Δεν μπορώ χωρίς εκείνη. Είναι η οικογένειά μου.»

«Κι εγώ;» ρωτάω ξανά.

Σιωπή.

Τότε καταλαβαίνω πως όσο κι αν αγαπάω τον Μάρκο, δεν μπορώ να ζήσω στη σκιά μιας άλλης γυναίκας – ακόμα κι αν αυτή είναι η μητέρα του.

Μαζεύω τα πράγματά μου και φεύγω. Η καρδιά μου πονάει αλλά νιώθω ελεύθερη για πρώτη φορά μετά από καιρό.

Τώρα αναρωτιέμαι: Πόσο αξίζει η αγάπη όταν χάνεις τον εαυτό σου; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;